ΤτΕ: Δεν πιάνεται ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα

Τα πρόσφατα πακέτα παροχών που πέρασε η κυβέρνηση μπορεί να ωφέλησαν προσωρινά τους πολίτες, όμως έπληξαν δραστικά τους στόχους του πρωτογενούς πλεονάσματος,όπως διαπιστώνει η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας. 

Πιο συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει η ΤτΕ, όλα αυτά συμβαίνουν σε μια ευνοϊκή για την χώρα συγκυρία, την ώρα που σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία συνεχίζει να ανακάμπτει. Το οικονομικό κλίμα είναι θετικό, η ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος και της οικονομίας βελτιώνεται και οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων αποκλιμακώνονται.

Παρ’ όλα αυτά, οι ρυθμοί ανάπτυξης παραμένουν σχετικά χαμηλοί και η πιστοληπτική αξιολόγηση του Ελληνικού Δημοσίου είναι χαμηλότερη της επενδυτικής κατηγορίας. Παράλληλα, η οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, ενώ υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι και αβεβαιότητες που προέρχονται από το εξωτερικό περιβάλλον, όπως η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας λόγω του εντεινόμενου εμπορικού προστατευτισμού και των γεωπολιτικών εντάσεων. Κίνδυνοι όμως πηγάζουν και από το εγχώριο περιβάλλον – η οπισθοδρόμηση των μεταρρυθμίσεων ή η ακύρωσή τους, οι δικαστικές αποφάσεις με δημοσιονομικές επιπτώσεις, καθώς και η πρόσφατη επεκτατική δέσμη δημοσιονομικών μέτρων – οι οποίοι δημιουργούν αβεβαιότητα για την επίτευξη των συμφωνηθέντων δημοσιονομικών στόχων, αλλά και για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του χρέους και του ασφαλιστικού συστήματος.

Προκειμένου να επιταχυνθεί η ανάκαμψη της οικονομίας, να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι και οι προκλήσεις, αλλά και για να εμπεδωθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, απαιτείται η προώθηση των μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη η χώρα, η διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και η υιοθέτηση ενός πιο φιλικού για την ανάπτυξη μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής. 


Η οικονομική δραστηριότητα επιταχύνθηκε το 2018 – συνεχίστηκε η ανάκαμψη το α’ τρίμηνο του 2019

Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) αυξήθηκε κατά 1,9% το 2018, έναντι 1,5% το 2017. Η οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται το α’ τρίμηνο του 2019, αλλά με επιβραδυνόμενο ρυθμό, καθώς το ΑΕΠ, εποχικά διορθωμένο και σε σταθερές τιμές, αυξήθηκε κατά 1,3% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Θετικά συνέβαλαν οι εξαγωγές υπηρεσιών, οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση. Αρνητική συμβολή είχαν οι εισαγωγές, οι εξαγωγές αγαθών και η δημόσια κατανάλωση.

Σύμφωνα με τους διαθέσιμους δείκτες προσδοκιών και βραχυχρόνιας οικονομικής δραστηριότητας, η πορεία της ανάκαμψης συνεχίζεται και το β’ τρίμηνο του έτους. Ωστόσο, η εξαγωγική δραστηριότητα αναμένεται να επηρεαστεί από την άνοδο της αβεβαιότητας και την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, ως αποτέλεσμα του εντεινόμενου εμπορικού προστατευτισμού.

Στη διάρκεια του 2018 καταγράφηκε μικρή υποχώρηση του πληθωρισμού. Η αύξηση του κατώτατου μισθού και οι μειώσεις στην έμμεση φορολογία ασκούν επιδράσεις προς αντίθετες κατευθύνσεις, οι οποίες αναμένεται να αλληλοαναιρεθούν έως ένα βαθμό, με αποτέλεσμα ο μέσος ρυθμός πληθωρισμού βάσει του ΕνΔΤΚ το 2019 να διαμορφωθεί σε ελαφρώς χαμηλότερα επίπεδα από εκείνα του 2018. 

Θετικές τάσεις στο χρηματοπιστωτικό τομέα

Η ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα συνέχισε να βελτιώνεται το 2018 και τους πρώτους μήνες του 2019. Ειδικότερα, συνεχίστηκε η άνοδος των καταθέσεων, περιορίστηκε σημαντικά και τελικά μηδενίστηκε η προσφυγή των τραπεζών στο μηχανισμό έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) από την κεντρική τράπεζα και βελτιώθηκε η πρόσβαση των τραπεζικών ιδρυμάτων στη διατραπεζική αγορά. Οι εξελίξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη βελτίωση της εμπιστοσύνης, συνέβαλαν στην περαιτέρω χαλάρωση των περιορισμών στο τραπεζικό σύστημα, με πιο πρόσφατη την πλήρη απελευθέρωση της ανάληψης μετρητών από τον Οκτώβριο του 2018.

Η βελτίωση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος και η σταδιακή υποχώρηση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το οποίο ωστόσο παραμένει πολύ υψηλό, είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση της τραπεζικής χρηματοδότησης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, η πιστοληπτική αξιολόγηση του Ελληνικού Δημοσίου βελτιώθηκε και οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων ακολουθούν πτωτική πορεία από την αρχή του έτους. Στη θετική αυτή συγκυρία, κατέστη εφικτή η έκδοση νέων ομολόγων αναφοράς από το Ελληνικό Δημόσιο. Επισημαίνεται όμως ότι οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, των οποίων η πιστοληπτική αξιολόγηση είναι χαμηλότερη της επενδυτικής κατηγορίας, είναι ευάλωτες στις κατά καιρούς αναταράξεις στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. 

Θετικές εξελίξεις στα δημόσια οικονομικά το 2018, παραμένει όμως η μεγάλη έμφαση στη φορολογία και στην υποεκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων

Το πρωτογενές αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης το 2018, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τη μεθοδολογία της ενισχυμένης εποπτείας, διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 4,3% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας για τέταρτο συνεχόμενο έτος τους στόχους του προγράμματος. Η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου που παρατηρείται τα τελευταία έτη συμβάλλει στη συγκράτηση του δημόσιου χρέους και ενισχύει την εμπιστοσύνη των αγορών όσον αφορά την αποφασιστικότητα των ελληνικών αρχών να επιτύχουν τους καθορισμένους δημοσιονομικούς στόχους. Όμως, όπως έχει ήδη τονίσει η Τράπεζα της Ελλάδος σε προηγούμενες εκθέσεις της, οι υψηλοί στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα και η παρατηρούμενη συστηματική υπέρβασή τους, με έμφαση στην αύξηση των φόρων και την περικοπή των δημόσιων επενδύσεων, επιβραδύνει την ανάκαμψη και ασκεί αρνητική επίδραση στο μακροχρόνιο δυνητικό προϊόν της οικονομίας. 

Προβλέψεις για συνέχιση της ανάκαμψης και υστέρηση έναντι του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η οικονομική δραστηριότητα εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 1,9% το 2019, 2,1% το 2020 και 2,2% το 2021. Η άνοδος του ΑΕΠ θα στηριχθεί κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, στις επιχειρηματικές επενδύσεις και στις εξαγωγές.

Η ιδιωτική κατανάλωση εκτιμάται ότι θα επιταχυνθεί ελαφρώς το τρέχον έτος και ότι θα αυξηθεί με ήπιους ρυθμούς την επόμενη διετία, στηριζόμενη στη σταδιακή βελτίωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, ως αποτέλεσμα της αύξησης της απασχόλησης και των αμοιβών. Οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα έχουν θετική συμβολή στην ανάπτυξη, καθώς θα ενισχύεται σταδιακά η εμπιστοσύνη και θα αποκαθίσταται η ρευστότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Οι εξαγωγές αγαθών αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνονται με θετικούς αλλά επιβραδυνόμενους ρυθμούς, καθώς η επίδραση της βελτιωμένης ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας αντισταθμίζεται εν μέρει από την επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος. Οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αναμένεται να σημειώσουν άνοδο, η οποία θα είναι οριακά χαμηλότερη από εκείνη των εξαγωγών, με αποτέλεσμα οι καθαρές εξαγωγές να έχουν οριακά θετική συμβολή στην αύξηση του ΑΕΠ.

Ο πληθωρισμός με βάση τον ΕνΔΤΚ αναμένεται να αυξηθεί ελαφρώς έως το 2021, παραμένοντας όμως σε χαμηλά επίπεδα, κυρίως λόγω της ήπιας αύξησης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος και των υποθέσεων για την πορεία των τιμών του πετρελαίου. Ο πυρήνας του πληθωρισμού αναμένεται να κινηθεί σε λίγο υψηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με τον καταγραφόμενο πληθωρισμό (headline inflation).

Όσον αφορά τα δημόσια οικονομικά, λαμβάνοντας υπόψη τα επεκτατικά δημοσιονομικά μέτρα που ψηφίστηκαν πρόσφατα από τη Βουλή, η πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2019, με βάση τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία, είναι ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί σε 2,9% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ. 

Παραμένουν οι κίνδυνοι στο μακροοικονομικό και δημοσιονομικό πεδίο

Οι εκτιμήσεις για τις προοπτικές της οικονομίας υπόκεινται σε σημαντικούς εξωτερικούς και εγχώριους κινδύνους. Όσον αφορά το εξωτερικό περιβάλλον, κίνδυνοι μπορούν να προκύψουν από μία μεγαλύτερη του αναμενομένου επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας εξαιτίας του εμπορικού προστατευτισμού, από μία πιθανή απότομη διόρθωση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές, που θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος και να περιορίσει τη διαθεσιμότητα χρηματοδότησης, από το ενδεχόμενο μιας μη συντεταγμένης αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit) και άλλες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Σε ό,τι αφορά το εγχώριο περιβάλλον, καθυστερήσεις στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων ή και ακύρωσή τους θα επιδράσουν αρνητικά στο επενδυτικό κλίμα και την οικονομική δραστηριότητα. Υπάρχουν επίσης σημαντικοί κίνδυνοι στο δημοσιονομικό τομέα λόγω των αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες έκριναν αντισυνταγματικές προγενέστερες περικοπές των συντάξεων. Επίσης, σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας, η δημοσιονομική επίπτωση των πρόσφατων επεκτατικών δημοσιονομικών μέτρων ξεπερνά το 1,0% του ΑΕΠ το 2019 και τα επόμενα έτη. Συνεπώς, η υιοθέτηση των επεκτατικών μέτρων δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για την επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα επαναξιολογήσει την επίδραση των μέτρων το φθινόπωρο του 2019. Επιπλέον δημοσιονομικοί κίνδυνοι για το 2020 και το 2021 συνδέονται με την κατάργηση της νομοθετημένης μείωσης του αφορολόγητου ορίου στο φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και των αντισταθμιστικών του μέτρων.

Από την άλλη πλευρά, η ενεργοποίηση των σχεδίων που έχουν προταθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος και το Υπουργείο Οικονομικών για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα μπορούσε να απελευθερώσει πόρους, οι οποίοι θα διοχετευθούν σε παραγωγικές επενδύσεις, επιταχύνοντας την οικονομική δραστηριότητα. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ