“Γιατί αυτή η κυρία σε λέει μπάσταρδο;” και “γιατί αυτός ο κύριος θέλει να πεθάνεις;” ήταν μερικές από τις εύλογες απορίες του γιου μου, διαβάζοντας μερικά από τα σχόλια κάτω από ένα άρθρο στο οποίο τόλμησα να εκφράσω επώνυμα την άποψη μου.
Και μπορεί να έχει μάθει από μικρός πως ότι διαβάζουμε στο διαδίκτυο δεν είναι πάντα αλήθεια και πως υπάρχει αρκετός κόσμος εκεί έξω που (για να το θέσω όσο πιο ευγενικά μπορώ) “έχει πρόβλημα”, όμως κάποιες από τις βρισιές και τις απειλές ήταν αρκετά ευρηματικές που χρειάστηκε αρκετή φαντασία από την μεριά μας για να αλλάξουμε θέμα.
Ο λόγος φυσικά για το κείμενο μου για την τραγωδία στο Μάτι, μια άποψη έντονης ψυχολογικής και συναισθηματικής φόρτισης, επηρεασμένης από γεγονότα που επιτρέψτε μου να κρατήσω για τον εαυτό μου.
Το πως θα προφυλάξω το παιδί μου από την έχθρα του κόσμου και το πως θα προσπαθήσω να το μάθω να μην ανταποδίδει το μίσος, θα το βρούμε εντός της οικογένειας και δεν είναι της παρούσης.
Αυτό όμως που είναι της παρούσης, είναι πόσο βαθιά άρρωστη έχει γίνει η κοινωνία μας, ο κόσμος γύρω μας. Πέρσι που το κείμενο ήταν “φρέσκο” και οι πληγές ήταν ανοιχτές υπήρξε κόσμος, “άρρωστος” κόσμος που με έπαιρνε τηλέφωνο για να με απειλήσει εμένα και την οικογένεια μου, επειδή έκαψα τους ανθρώπους στο Μάτι.
Υπήρξε κόσμος που μπήκε σε όλο τον κόπο να μάθει που μένω για να με “τρομάξει” από το τηλέφωνο, αλλά δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει τι έγραφε το κείμενο και να προσπαθήσει να καταλάβει τι μπορεί να εννοώ.
Δέχτηκα κριτική από γνωστούς και αγνώστους, όμως ακόμα και αν δεν συμφωνήσαμε, ήταν μια ανταλλαγή απόψεων την οποία και σέβομαι και δέχομαι. Κάποιες από αυτές τις κριτικές με έκαναν να δω το συμπέρασμα αυτών που είχα γράψει με μια άλλη ματιά που δεν είχα σκεφτεί καθόλου, και αυτό με χαροποίησε ακόμα περισσότερο από τα “μπράβο” που μου είπαν κάποιοι άλλοι.
Πως αντιστέκεσαι όμως στο μίσος;
Πως αντιστέκεσαι σε αυτούς, που δεν ήταν καθόλου λίγοι, οι οποίοι διάβασαν μόνο τον τίτλο και έβγαλαν αμέσως συμπέρασμα; Πως αντιστέκεσαι σε αυτούς που σε μια επίδειξη ανδρισμού, με πήραν και μου ανακοίνωσαν πόσα κομματάκια θα με κόψουν μπροστά στο σπίτι μου, την διεύθυνση του οποίου ήξεραν;
Αλλά εξακολουθούσαν να μην έχουν διαβάσει τι είχα γράψει πέρα από τον τίτλο. Και αυτό και μόνο τους έδινε το δικαίωμα να λένε ότι θέλουν, να εκφράζουν ότι άρρωστη σκέψη είχαν χωρίς επιπτώσεις.
Αυτός ο τρόπος σκέψης και συμπεριφοράς δεν είναι φυσικά κάτι καινούργιο. Πάντα υπήρχε, όμως οι εκφραστές του ήταν μεμονωμένοι και οι όποιες απόψεις τους είχαν την αντιμετώπιση που τους αρμόζει από τον περίγυρο. Ακόμα και όσοι συμφωνούσαν μαζί τους το έκαναν “αθόρυβα” για τον φόβο των αντιδράσεων των υπολοίπων.
Όμως σε διάφορες σκοτεινές περιόδους της ιστορίας, οι σκέψεις αυτές υποδαυλίστηκαν από επιτήδειους λαϊκιστές και έκαψαν τον κόσμο. Σήμερα, αν και οι επιτήδειοι δεν έχουν λείψει, τα κοινωνικά δίκτυα έχουν δώσει φωνή και δικαίωμα έκφρασης σε οποιονδήποτε θέλει να πει οτιδήποτε.
Μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, κάποιοι κατάφεραν και μετέτρεψαν την δημοκρατία σε ασυδοσία και ατιμωρησία και κατάφεραν να μετατρέψουν το ύψιστο αγαθό της δημοκρατίας και της ελεύθερης έκφρασης, σε όπλο τρομοκρατίας και ασυδοσίας.
Κάποτε κάποιος θα “πέταγε τη χαζομάρα του” και θα είχε να αντιμετωπίσει την κριτική του κόσμου κατά πρόσωπο. Τώρα το κάνει ακόμα και ανώνυμα και όχι μόνο δεν δέχεται κριτική, αλλά έχει βρει και τόπο στον οποίο συναγελάζεται με τους ομοίους του χωρίς επιπτώσεις. Και δημιουργεί καρκινώματα.
Ή όπως είπε πει ο αείμνηστος Χάρρυ Κλυν σε ένα αφορισμό του: “H Δημοκρατία σου δίνει το δικαίωμα να πεις αυτό που σκέπτεσαι, ακόμα κι όταν δεν είσαι σε θέση να σκέπτεσαι.”
