Στρατηγική συμφωνία-ορόσημο που δημιουργεί νέο περιβάλλον όσον αφορά την προστασία της ακεραιότητας και της κυριαρχίας της Ελλάδας, και ενισχύει το γεωπολιτικό αποτύπωμά της στο Αιγαίο, στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και στην Ευρώπη, καθώς και τις αποτρεπτικές της δυνατότητες, υπέγραψε η Ελλάδα την περασμένη Τρίτη με τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της ΕΕ, τη Γαλλία.
Με την ιστορική συμφωνία για αμοιβαία αμυντική συνδρομή, την αγορά 3+1 φρεγατών τύπου Belharra και τη συνεργασία στην αμυντική και την εξωτερική πολιτική, σε συνέχεια της αγοράς των 24 μαχητικών Rafale, λαμβάνει πλέον ουσιαστικό περιεχόμενο το σύνθημα «Ελλάς-Γαλλία Συμμαχία» και επισφραγίζονται οι ιστορικοί δεσμοί των δύο χωρών, ενώ παρέχεται αμυντική «ομπρέλα» στην Ελλάδα.
Τη σημασία της συμφωνίας ανέδειξαν σε δηλώσεις τους αμέσως μετά την υπογραφή της στο Παρίσι, στις 28 Σεπτεμβρίου, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν. «Η υπογραφή της συμφωνίας για την εγκαθίδρυση στρατηγικής εταιρικής σχέσης για τη συνεργασία στην άμυνα και στην ασφάλεια δεν αποτυπώνει μόνο αλλά ενισχύει μια πραγματικότητα, η οποία είναι γνωστή σε όλους, πως οι δύο χώρες μας, Ελλάδα και Γαλλία, έχουν ήδη αναπτύξει μια πολύ ισχυρή συμμαχική σχέση που ουσιαστικά υπερβαίνει τις υποχρεώσεις της μιας έναντι της άλλης στο πλαίσιο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ» ήταν η πρώτη δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Αντίστοιχα, ο Εμανουέλ Μακρόν έστειλε το μήνυμα πως «θέλουμε να προστατεύσουμε την ακεραιότητα αμφοτέρων των κρατών μας, προωθώντας την ασφάλεια και τη σταθερότητα στις κοινές μας περιοχές», προσδιορίζοντας τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Επιπροσθέτως, σημείωσε πως «βοηθάμε την Ελλάδα να εξοπλιστεί για να διασφαλίσει τα συμφέροντά της και συνεργαζόμαστε για να την προστατεύσουμε σε περίπτωση επίθεσης και εχθρικής ενέργειας».
Στο ίδιο πνεύμα, αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας υπογράμμισε πως «το γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ελλάδας αναβαθμίζεται, ενώ ενισχύονται η ασφάλεια και η σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή».
Ακτινογραφώντας τη Συμφωνία, αναμφίβολα θεμέλιό της είναι το άρθρο 2, ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης, η οποία περιλαμβάνει και τη χρήση στρατιωτικών μέσων. Με άλλα λόγια, ο ακρογωνιαίος λίθος της συμφωνίας προβλέπει στρατιωτική συνδρομή της Γαλλίας προς την Ελλάδα και αντιστρόφως, σε περίπτωση που υπάρξει επίθεση από τρίτη χώρα, ακόμη και αν αυτή η χώρα είναι μέσα στο πλαίσιο των συμμαχιών τους (όπως π.χ. η Τουρκία που είναι μέλος του ΝΑΤΟ).
Είναι η πρώτη φορά που τέτοια ρήτρα περιέχεται σε διμερή συμφωνία της Ελλάδας με Ευρωπαίο εταίρο ή σύμμαχο στο ΝΑΤΟ, ενώ αντίστοιχη ρήτρα υπέγραψε η χώρα μας πριν από ένα χρόνο με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Είναι το πρόπλασμα για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία;
Συνάμα η ελληνογαλλική συμφωνία μπορεί να αποτελέσει και ένα πρελούδιο για τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ, δηλαδή την ενοποίηση της αμυντικής πολιτικής, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την ανάληψη της προεδρίας της ΕΕ από τη Γαλλία, τον προσεχή Ιανουάριο, ώστε η Ευρώπη να ευθυγραμμίσει τη γεωπολιτική της ισχύ με την οικονομική της δύναμη.
Χαρακτηριστικό είναι πως η πυξίδα της συμφωνίας «δείχνει» ότι η Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας της ΕΕ θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει την προοδευτική διαμόρφωση μιας Πολιτικής Άμυνας της Ένωσης, με το ΝΑΤΟ να παραμένει το θεμέλιο της συλλογικής τους άμυνας.
«Η συμφωνία ανοίγει τον δρόμο για την αυτοδύναμη και ισχυρή Ευρώπη του μέλλοντος. Μια Ευρώπη που θα μπορεί να υπερασπίζεται τα συμφέροντα στην ευρύτερη γειτονιά της, στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, στο Σαχέλ. Μια Ευρώπη που διαθέτει τα μέσα, τη βούληση και την επιρροή ώστε να εγγυάται την ειρήνη και την πρόοδο σε παγκόσμιο επίπεδο» ανέφερε χαρακτηριστικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Από την πλευρά του, ο Γάλλος Πρόεδρος διαμήνυσε πως οι Ευρωπαίοι πρέπει να αφήσουν πίσω την αφέλειά τους και σημείωσε: «Όταν δεχόμαστε πιέσεις, όταν ξένες δυνάμεις σκληραίνουν τη στάση τους, πρέπει να αντιδρούμε, να δείχνουμε πως έχουμε την ισχύ και την ικανότητα να αμυνθούμε».
Ξεδιπλώνοντας το πλέγμα της συμφωνίας λίγες ημέρες αργότερα, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Αλέξανδρος Παπαϊωάννου επισήμανε πως η Ελλάδα ήταν και θα είναι πάντα υπέρ της εμβάθυνσης της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης, συμπεριλαμβανομένου του τομέα της άμυνας και εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να αναπτύξει τις στρατιωτικές δυνατότητες που θα της επιτρέπουν να δρα αυτόνομα και να μπορεί να αντιμετωπίσει κρίσεις που απειλούν την ασφάλεια και την εδαφική της ακεραιότητα, χωρίς απαραίτητα να χρειάζεται να ζητάει τη συνδρομή άλλων. Εξάλλου, ξεκαθάρισε ότι η θέση αυτή δεν είναι ασύμβατη με τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.
