Μονοκλωνικά αντισώματα ή εμβόλιο;

Στην ερώτηση – του τίτλου – “Μονοκλωνικά αντισώματα ή εμβόλιο;”, η απάντηση είναι εμβόλιο!
γράφει η Βίκυ Μιχοπούλου

Όταν τον Μάιο του 2020 ερευνητές του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης, του Erasmus Medical Center και του Harbor BioMed (HBM) ανέφεραν ότι εντόπισαν ένα ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα, το 47D11 που στοχεύει την πρωτεΐνη της ακίδας του SARSCoV-2, εμποδίζοντάς τον να μολύνει καλλιεργημένα κύτταρα, οι ελπίδες όλων αναπτερώθηκαν.

Η ανακάλυψη, που δημοσιεύτηκε τότε στο Nature ήταν το πρώτο βήμα προς την ανάπτυξη ενός πλήρως ανθρώπινου αντισώματος για τη θεραπεία ή την πρόληψη της νόσου COVID-19 που προκαλείται από τον νέο κορωναϊό SARS-CoV-2.

«Αυτή η έρευνα βασίζεται στο έργο που έχουν κάνει οι ομάδες μας στο παρελθόν για τα αντισώματα που στοχεύουν τον ιό SARS-CoV που εμφανίστηκε το 2002/2003. Χρησιμοποιώντας αυτήν τη συλλογή αντισωμάτων εντοπίσαμε ένα αντίσωμα που εξουδετερώνει επίσης τη μόλυνση από SARS-CoV-2 σε καλλιεργημένα κύτταρα. Ένα τέτοιο εξουδετερωτικό αντίσωμα έχει τη δυνατότητα να αλλάξει την πορεία της μόλυνσης στον μολυσμένο ξενιστή ή να προστατεύσει ένα μη μολυσμένο άτομο που εκτίθεται στον ιό» δήλωνε τότε ο Berend-Jan Bosch, επικεφαλής της έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης και συν-συγγραφέας της μελέτης του Nature Communications.

Ενάμιση χρόνο μετά, στις 10 Νεομβρίου του 2021 το Ινστιτούτο Φαρμακευτικής Έρευνας και Τεχνολογίας (ΙΦΕΤ) παρέλαβε 2.000 δόσεις του φαρμάκου των εταιρειών Regeneron-Roche κατά της COVID-19, που βασίζεται σε μονοκλωνικά αντισώματα. Η πρώτη αυτή παρτίδα παραλήφθηκε στο πλαίσιο της συμμετοχής της Ελλάδας στο πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (σύμβαση SANTE-C3-2020-091) για την προμήθεια της νέας θεραπείας, μετά την έγκριση του FDA για χρήση έκτακτης ανάγκης για τη θεραπεία ασθενών υψηλού κινδύνου που είναι θετικοί και για την πρόληψη της COVID-19 σε άτομα υψηλού κινδύνου που εκτέθηκαν στον ιό.

Ο διευθύνων σύμβουλος Len Schleifer δήλωσε πρόσφατα στο αμερικανικό CNBC ότι τα μονοκλωνικά αντισώματα της Regeneron παρέχουν μήνες προστασίας από την COVID-19 και θα μπορούσαν να χορηγηθούν σε άτομα των οποίων το ανοσοποιητικό σύστημα δεν προστατεύεται αρκετά από τα εμβόλια.

Τα σχόλια του Schleifer ήρθαν μετά τη δημοσίευση δεδομένων από τη Regeneron που έδειχναν ότι το κοκτέιλ αντισωμάτων μιας δόσης μείωσε τον κίνδυνο μόλυνσης από τον ιό κατά σχεδόν 82% για δύο έως οκτώ μήνες. Τα μονοκλωνικά του Regeneron χορηγήθηκαν ενδοφλεβίως για τη θεραπεία έως μέτριας έντασης συμπτωμάτων Covid-19 κατά τη διάρκεια της πανδημίας και τη μείωση των πιθανοτήτων νοσηλείας σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με τον FDA.

Τι είναι τα μονοκλωνικά αντισώματα;

Το σώμα μας παράγει φυσικά αντισώματα για την καταπολέμηση των λοιμώξεων. Ωστόσο, εάν δεν έχει λάβει το εμβόλιο κατά της COVID-19 ή δεν έχει προηγούμενη λοίμωξη COVID-19, το σώμα  δεν θα έχει αντισώματα που μπορούν να αναγνωρίζουν τον ιό SARS-CoV-2.

Τα μονοκλωνικά αντισώματα είναι εργαστηριακές πρωτεΐνες που παράγονται από κύτταρα που λαμβάνονται από άτομα που έχουν αναρρώσει από την ασθένεια ή και από ζωικούς ξενιστές που έχουν ανοσοποιηθεί, εν προκειμένω για τον SARSCoV2 και μιμούνται την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να καταπολεμά τα επιβλαβή παθογόνα. Αυτά τα αντισώματα χορηγούνται σε άτομα απευθείας μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης σε νοσοκομειακό περιβάλλον, ενίοτε και υποδόρια.

Τα αντισώματα που έχουν σχεδιαστεί για να στοχεύουν μόνο μία συγκεκριμένη πρωτεΐνη, σε αυτήν την περίπτωση, την πρωτεΐνη ακίδας του ιού που προκαλεί τη COVID-19 είναι «μονοκλωνικά». Προσκολλώνται στον ιό SARS-CoV2 που προκαλεί την COVID-19 και τον εμποδίζουν να εισέλθει και να αναπαραχθεί στα ανθρώπινα κύτταρα, κάτι που βοηθά στην καταπολέμηση της λοίμωξης.

Τα μονοκλωνικά αντισώματα έχουν χρησιμοποιηθεί με επιτυχία για τη θεραπεία και άλλων ιογενών λοιμώξεων στο παρελθόν. Θεωρείται ότι προκαλούν λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από την απευθείας χορήγηση  πλάσματος ασθενούς που αναρρώνει, το οποίο περιέχει μια ποικιλία διαφορετικών αντισωμάτων.

Στη βιβλιογραφία προς το παρόν εντοπίζονται έξι ενεργές μελέτες σε όλο τον κόσμο για τη χρήση μονοκλωνικών αντισωμάτων σε συνολικά 17.495 άτομα. Τέσσερις από αυτές διερεύνησαν μη νοσηλευόμενα άτομα χωρίς συμπτώματα ή με ήπια COVID-19. Δύο μελέτες διερεύνησαν νοσηλευόμενα άτομα με μέτρια έως σοβαρή μορφή COVID-19. Οι τρεις από τις μελέτες χρηματοδοτήθηκαν από φαρμακευτικές εταιρείες. Τα μονοκλωνικά αντισώματα που μελετήθηκαν ήταν τα bamlanivimab, etesevimab, casirivimab και imdevimab, sotrovimab, regdanvimab, για τα οποία δεν εντοπίστηκαν δεδομένα για θανάτους σε διάστημα 60 ημερών.

Μέχρι σήμερα, 4 μονοκλωνικά αντισώματα για τη COVID-19 έχουν λάβει θετική γνωμοδότηση για χρήση σε επείγουσα βάση, καθότι βρίσκονται ακόμα υπό αξιολόγηση προκειμένου να λάβουν πλήρη αδειοδότηση κυκλοφορίας. Η χρήση των μονοκλωνικών αντισωμάτων στο πλαίσιο κλινικών πρωτοκόλλων οδήγησε σε μείωση των νοσηλειών και των θανάτων σε ασθενείς με COVID-19, καθώς και γρηγορότερη μείωση του ιικού φορτίου του SARS-CoV-2, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.

Η παθητική θεραπεία δεν είναι η λύση

Η παθητική θεραπεία αντισωμάτων περιλαμβάνει τη χορήγηση αντισωμάτων έναντι ενός δεδομένου παράγοντα σε ένα ευαίσθητο άτομο με σκοπό την πρόληψη ή τη θεραπεία μιας μολυσματικής νόσου που οφείλεται σε αυτόν τον παράγοντα. Αντίθετα, ο ενεργός εμβολιασμός απαιτεί την πρόκληση μιας ανοσολογικής απόκρισης που απαιτεί χρόνο για να αναπτυχθεί και ποικίλλει ανάλογα με τον λήπτη του εμβολίου.

Έτσι, η παθητική χορήγηση αντισωμάτων είναι το μόνο μέσο παροχής άμεσης ανοσίας σε ευαίσθητα άτομα και για να είναι αποτελεσματική θα πρέπει να χορηγηθεί επαρκής ποσότητα αντισωμάτων. Όταν χορηγείται αντίσωμα σε ένα ευαίσθητο άτομο, αυτό θα κυκλοφορήσει στο αίμα, θα φτάσει στους ιστούς και θα παρέχει προστασία έναντι της μόλυνσης. Ανάλογα με την ποσότητα και τη σύνθεση του αντισώματος, η προστασία που παρέχεται από τη μεταφερόμενη ανοσοσφαιρίνη μπορεί να διαρκέσει από εβδομάδες έως μήνες.

Καθώς όμως ο ιός μεταλλάσσεται, νέα αντισώματα πρέπει να εντοπιστούν και να αξιολογηθούν με μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο και έχει κόστος και η κλιμάκωση της παραγωγής δεν είναι απλή. Η παραγωγή αντισωμάτων τυπικά μετριέται με γραμμάρια και όχι με τόνους και κατά μέσο όρο η παραγωγή 1 γραμμαρίου αντισώματος κοστίζει από 95 έως 200 δολάρια. Αυτό το κόστος δεν περιλαμβάνει την έρευνα, την ανάπτυξη ή την έγχυση σε έναν ασθενή. Το κόστος δημιουργίας των αντισωμάτων είναι υψηλό επειδή αυτά πρέπει να «χτιστούν» μέσα στα κύτταρα των θηλαστικών για να διατηρηθούν στη ζωή.  Ένα μόνο γραμμάριο αντισώματος απαιτεί περίπου ένα λίτρο ή περισσότερο δαπανηρής καλλιέργειας με θρεπτικά συστατικά για να παραχθεί.

Στην ερώτηση: «Μονοκλωνικά αντισώματα ή εμβόλιο;», η απάντηση είναι εμβόλιο.

Η θεραπεία με μονοκλωνικά αντισώματα μπορεί να εξουδετερώσει τον ιό, αλλά είναι αποτελεσματική μόνο για λίγους μήνες. Ένα εμβόλιο προσφέρει σημαντική προληπτική  προστασία και για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ο ιός θα συνεχίσει να μεταλλάσσεται και εμείς θα συνεχίσουμε να βλέπουμε την εμφάνιση διαφορετικών στελεχών. Και καθώς ο ιός θα μεταλλάσσεται, τα μονοκλωνικά αντισώματα που στοχεύουν στην αρχική μορφή του ιού μπορεί να γίνουν λιγότερο χρήσιμα. 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ