Ο μεγάλος Έλληνας ποιητής Κώστας Καρυωτάκης είχε γράψει κάποτε στο ποίημά του «Υποθήκαι» τους ακόλουθους στίχους:
«Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,
μπορούνε με χίλιους τρόπους.
Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,
όταν ακούσεις ανθρώπους».
Κι όντως, τι παράξενο πλάσμα που είναι ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος που την μία στιγμή κρατάει μια φάλαινα για ώρες, για να μην πεθάνει, το επόμενο λεπτό πατάει τον λαιμό ενός συνανθρώπου του μέχρι να του κόψει το οξυγόνο. Ο ίδιος άνθρωπος που ρισκάρει τη ζωή του για να σώσει έναν άγνωστο, σκοτώνει έναν άγνωστο επειδή έτυχε να είναι άλλη ομάδα, επειδή διψάει για αίμα.
Κάθε απώλεια ανθρώπινης ζωής είναι τραγική. Μερικές όμως ξεπερνιούνται πιο δύσκολα, ή δεν ξεπερνιούνται και ποτέ. Και δεν ξεπερνιούνται γιατί προέρχονται από την πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Δεν γίνεται να έχεις συναισθήματα και να μην αντηχεί στα αυτιά σου το «δεν μπορώ να αναπνεύσω» του Τζορτζ Φλόιντ. Να μη σε στοιχειώνει το «Σας παρακαλώ, μη με χτυπάτε άλλο», του Άλκη.
Είναι εκείνες οι στιγμές που θες να πατήσεις ένα κουμπί για να καταστραφεί ο κόσμος. Δεν μας αξίζει τίποτα. Αποτύχαμε. Και το πιο τραγικό είναι αυτό που φοβόμαστε όλοι να παραδεχτούμε. Για όσα συμβαίνουν δεν ευθύνεται -μόνο- η κακή οργάνωση της αμερικανικής αστυνομίας. Δεν ευθύνεται -μόνο- η τυφλή οπαδική βία. Μακάρι να ήταν αυτό, γιατί θα ξέραμε πώς να το αντιμετωπίσουμε.
Όλα αυτά συμβαίνουν επειδή ο άνθρωπος είναι ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Επειδή ο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Κυρίου συνυπάρχει με τον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Διαβόλου. Δεν είναι το Lockdown, τα μνημόνια, η μπάλα, η αρρωστημένη σχέση με τον/την σύντροφό μας. Δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Δυστυχώς, ο κόσμος μας εκτός από ομορφιά, καλοσύνη, αγάπη, είναι ταυτοχρόνως γεμάτος και με σκληρότητα, δολοφονικά ένστικτα και απανθρωπιά.
Άλκη μου, γλυκό μου παλικάρι, συγγνώμη. Συγγνώμη που δεν καταφέραμε να φτιάξουμε έναν κόσμο καλύτερο και πιο όμορφο. Συγγνώμη που βλέπαμε τη δολοφονία σου και αντί να κατέβουμε να σε υπερασπιστούμε, κρυφτήκαμε. Συγγνώμη που είμαστε μικροί, ελάχιστοι, και σε αφήσαμε να σβήσεις τόσο άδικα, τόσο πρόωρα, τόσο σκληρά. Συγγνώμη Άλκη μου. Συγγνώμη για όλα όσα δεν πρόλαβες να ζήσεις και να χαρείς. Συγγνώμη.
Και κάτι ακόμα. Πολλοί «συνάδελφοι» σε αποκάλεσαν «οπαδό του Άρη». Άφησαν να εννοηθεί ότι «πλακώθηκαν οι άρρωστοι μεταξύ τους και πέθανε και ένας». Το να είσαι οπαδός δεν είναι κακό, δε σημαίνει ότι είσαι δολοφόνος. Κακός είναι ο τρόπος που χρησιμοποίησαν την λέξη. Σαν να έφταιγες κάπου. Δεν έψαξαν. Δεν ενδιαφέρθηκαν. Δεν ρώτησαν. Δεν τους ένοιαζε που ήσουν απλώς ένα παιδί ρε γαμώτο. Όχι. Για εκείνους ήσουν ο «οπαδός», λες και θα πάψει ποτέ να καίει το αίμα σου την καρδιά των γονιών σου σαν πυρακτωμένο σίδερο. Το τι παιδί ήσουν φαίνεται και από το σπίτι που μεγάλωσες. Από το μεγαλείο της ψυχής του πατέρα σου. Από τα λόγια του την ώρα της απύθμενης θλίψης.
Άλκη μου, συγγνώμη που σε λίγο καιρό το μυαλό μας θα γεμίσει με την καθημερινότητα, με μια νέα άσχημη είδηση, με τους λογαριασμούς που θα περιμένουν πληρωμή, με τα χίλια δύο μικρά και μεγάλα της ζωής μας. Συγγνώμη που σε λίγο καιρό αυτόν τον τεράστιο πόνο της δολοφονίας σου θα τον σηκώσουν οι δικοί σου άνθρωποι κι εμείς θα προχωρήσουμε.
Συγγνώμη που γεννηθήκαμε άνθρωποι και καταλήξαμε απάνθρωποι….
Συγγνώμη παλικάρι μου,
συγγνώμη…
