Μοναξιά, η επιδημία της εποχής μας

Ανατρέχοντας στα στοιχεία της εθνικής στατιστικής υπηρεσίας της Ιταλίας, το 49% των ηλικιωμένων άνω των 75 ετών, ζουν ολομόναχοι.

Το τελευταίο διάστημα οι ειδήσεις που σοκάρουν τον μέσο άνθρωπο, έχουν ξεπεράσει τον –φυσιολογικό- μέσο όρο.

Γεγονότα βγαλμένα, θαρρεί κανείς, από σενάριο ταινίας τρόμου, που και όμως, λαμβάνουν χώρα δίπλα μας, έχουν πρωταγωνιστές «κανονικούς» ανθρώπους, που –θεωρητικά- δρουν με γνώμονα τη λογική.

Ωστόσο, η λογική φαίνεται πως κάποια στιγμή παύει να καθοδηγεί λόγια και πράξεις. Αυτό συμβαίνει τη στιγμή που υπερτερούν άλλα συναισθήματα, τα οποία ως αποτέλεσμα έχουν την ηθική και πνευματική βλάβη κάποιου άλλου ανθρώπου.

Ρίχνοντας κανείς μια ματιά στο αστυνομικό δελτίο της, όχι και τόσο μακρινής, Ιταλίας, θα διαβάσει μία σοκαριστική είδηση που ήρθε στο φως την προηγούμενη εβδομάδα. Η ιταλική αστυνομία ανακάλυψε μία 70χρονη γυναίκα, σε κατάσταση μουμιοποίησης, καθισμένη σε τραπέζι. Ύστερα από ιατροδικαστικό έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι η γυναίκα αυτή είχε πεθάνει περισσότερα από δύο χρόνια πριν. Όπως ήταν φυσικό, η αποκάλυψη αυτή πυροδότησε ένα τεράστιο κύμα ανησυχίας και εκκλήσεων προς το ιταλικό κράτος για μεγαλύτερη φροντίδα των ηλικιωμένων στη χώρα.

Ανατρέχοντας στα στοιχεία της εθνικής στατιστικής υπηρεσίας της Ιταλίας, το 49% των ηλικιωμένων άνω των 75 ετών, ζουν ολομόναχοι, μη έχοντας συγγενείς ούτε φίλους για να συναναστραφούν και να ζητήσουν βοήθεια σε περίπτωση ανάγκης.

Η εν λόγω γυναίκα, η οποία βρέθηκε στο σπίτι της κοντά στη λίμνη Κόμο, διαπιστώθηκε πως δεν είχε κανέναν συγγενή. Ο εντοπισμός της ήταν εντελώς τυχαίος, μία ημέρα που η αστυνομία επισκέφθηκε το σπίτι της λόγω των θυελλωδών ανέμων που έπλητταν την περιοχή, καθώς υπήρχε κίνδυνος να ξεριζωθούν τα απεριποίητα δέντρα του κήπου της. Κανείς δεν την είχε δει για πάνω από 2,5 χρόνια, ενώ οι γείτονές της δήλωσαν πως είχαν υποθέσει πως είχε μετακομίσει αλλού στην αρχή της πανδημίας.

Στα ενδότερα, πριν από λίγες μέρες ήρθαν στο φως της δημοσιότητας πληροφορίες για γηροκομείο-κολαστήριο στα Χανιά, όπου δεκάδες ηλικιωμένοι έπεφταν καθημερινά θύματα βασανιστηρίων από τους «φροντιστές» τους, έμεναν χωρίς νερό, τροφή και καθαριότητα, ενώ τριάντα εξ αυτών δεν άντεξαν και κατέληξαν αβοήθητοι. Για τον εν λόγω οίκο ευγηρίας, οι φιλοξενούμενοι-θύματα, πλήρωναν μηνιαίως από 900-1.100 ευρώ, προκειμένου να έχουν μία συντροφιά στα γεράματα, ένα υγιές περιβάλλον διαμονής και μία υποτυπώδη υγειονομική φροντίδα.

Οι δύο ιστορίες συνδέονται ως προς το γεγονός ότι η μοναξιά δεν εξαρτάται πάντοτε από το πόσο μεγάλο αριθμό συγγενών έχει κανείς. Οι περιθαλπόμενοι του γηροκομείου στα Χανιά, πέθαναν μόνοι και αβοήθητοι, ενώ βρίσκονταν σε πολυπληθές περιβάλλον. Επί της ουσίας όμως ήταν μόνοι, θύματα μιας εγκληματικής οργάνωσης που στόχο είχε να τούς αφαιμάξει.  Ορισμένοι μάλιστα, σύμφωνα με μαρτυρίες, είχαν εκφράσει τους φόβους τους στους συγγενείς τους, όμως ελάχιστοι ήταν εκείνοι που γλίτωσαν από τον καθημερινό εφιάλτη.

Απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης και σκληρά βασανιστήρια συνέθεταν το παζλ της καθημερινότητας στο γηροκομείο για όλους τους ηλικιωμένους, ο καθένας από τους οποίους γνώριζε για τον διπλανό του και τι αυτός υφίσταται, δεν μπορούσαν όμως να αντιδράσουν.

Η πραγματική θλίψη είναι πως στην υπόθεση των Χανίων, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι γνώριζαν πως πλησιάζει το τέλος τους. Στην υπόθεση της Ιταλίας, η τραγικότητα έγκειται όχι στο ότι οι άλλοι δεν παρατήρησαν τον θάνατο της ηλικιωμένης, αλλά ότι κανείς δεν είχε αντιληφθεί ότι ήταν ζωντανή.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ