Με την εορταστική περίοδο να πλησιάζει τα παραδοσιακά γλυκά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού χριστουγεννιάτικου τραπεζιού. Μελομακάρονα και κουραμπιέδες έχουν κάνει ήδη την εμφάνισή τους στις βιτρίνες ζαχαροπλαστείων και αρτοποιείων, προμηνύοντας το πνεύμα των γιορτών.
Ωστόσο, και φέτος, η τιμή τους φαίνεται να επηρεάζεται από μια σειρά παραγόντων, όπως οι αυξημένες τιμές των πρώτων υλών, το ενεργειακό κόστος και οι γενικότερες πληθωριστικές πιέσεις, καθιστώντας τα για πολλούς «προϊόντα πολυτελείας».
Οι καταναλωτές αγωνιούν για το πώς θα διαμορφωθούν οι τιμές, ενώ οι επαγγελματίες του κλάδου, από τη μεριά τους, καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στο αυξημένο κόστος παραγωγής και τη διατήρηση της προσιτότητας των προϊόντων τους.
Η εφημερίδα Business Voice επικοινώνησε με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Βιοτεχνών Ζαχαροπλαστών αλλά και την Ομοσπονδία Αρτοποιών Ελλάδος, για να μάθει που κυμαίνονται οι τιμές φέτος, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο κλάδος αλλά και πώς κινείται η αγορά σε σχέση με πέρυσι.
Πόσο τελικά θα κοστίσει φέτος η απόλαυση των παραδοσιακών μελομακάρονων και κουραμπιέδων;
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ζαχαροπλαστών, Ιωάννη Γλύκο, οι καταναλωτές θα βρουν τα αγαπημένα τους εδέσματα στα ζαχαροπλαστεία περίπου 10% πάνω από πέρυσι, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις σε περιοχές όπως η Κηφισιά και το Κολωνάκι.
Μάλιστα, οι κουραμπιέδες είναι αυτοί που έχουν τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις και αυτό λόγω της αύξησης της τιμής των πρώτων υλών και ιδιαίτερα του βουτύρου.
Έτσι, οι τιμές στα ζαχαροπλαστεία κυμαίνονται στα 13-15 ευρώ το κιλό για τα μελομακάρονα και στα 14 με 17 ευρώ για τους κουραμπιέδες.
«Οι τιμές διαμορφώνονται ελεύθερα ανάλογα με το κόστος παραγωγής αλλά και το λειτουργικό κόστος κάθε επιχείρησης. Η εικόνα που έχουμε είναι ότι ο καταναλωτής μπορεί να βρει τα μελομακάρονα στα αρτοποιεία από 13 έως 17 ευρώ το κιλό. Η μέση τιμή είναι στα 14 με 15 ευρώ», λέει στη Business Voice ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος, Μιχάλης Μούσιος.
Σύμφωνα με τον κ. Μούσιο, οι τιμές είναι πιο ανεβασμένες στο κέντρο της Αθήνας αλλά και στα Βόρεια προάστεια.
«Η αύξηση είναι της τάξεως του 6-8% και δε μπορεί να καλύψει ούτε τις πρώτες ύλες. Εξαρτάται από την επωνυμία του κάθε καταστήματος, αλλά και το λειτουργικό κόστος και ειδικά το ενοίκιο», συνεχίζει ο κ. Μούσιος.
«Μας επηρεάζει η ακρίβεια στις πρώτες ύλες και στην ενέργεια. Όσον αφορά στο βούτυρο, πέρυσι αγοράζαμε στα 7 ευρώ το κιλό και φέτος το αγοράζουμε στα 14. Το ηλιέλαιο, ενώ πριν δύο μήνες κόστιζε 10 ευρώ, τώρα έχει φτάσει στα 15 ευρώ το 10λιτρο.
Πέρυσι τέτοια εποχή πληρώναμε 4000 ευρώ ρεύμα, τώρα πληρώνουμε 7.500 ευρώ. Για αέριο πληρώναμε 500 ευρώ και τώρα πληρώνουμε 1.200», λέει ο κ. Γλύκος.
«Η ηλεκτρική ενέργεια αυτό το διάστημα είναι τουλάχιστον 40-50% πάνω από πέρυσι. Είχαμε υπολογίσει την τιμή του ρεύματος στα 0,12-0,15 λεπτά και τώρα θα έρθει στα 0,25-0,30», τονίζει ο κ. Μούσιος.
Ο ανταγωνισμός με τα σούπερ μάρκετ
Σχετικά με τον ανταγωνισμό με μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ζαχαροπλαστών, απαντά: «Τα σούπερ μάρκετ δε μας κάνουν μεγάλη ζημιά, γιατί ο κόσμος ξέρει τι τρώει. Δε θα πάει στα σούπερ μάρκετ να πάρει κουραμπιέδες που έχουν βγει ένα μήνα πριν και μελομακάρονα με συντηρητικά. Εμείς βγάζουμε κάθε μέρα φρέσκα προϊόντα. Μπαίνεις μέσα στα μαγαζιά μας και μυρίζουν βούτυρο και μέλι. Τώρα να πας στο σούπερ μάρκετ και να πάρεις ένα προϊόν αμφιβόλου ποιότητας και σε τιμή ίδια με μας;».
«Θα συμβούλευα τους καταναλωτές να κάνουν έρευνα αγοράς και να προτιμούν τα ζαχαροπλαστεία της γειτονιάς τους και να δίνουν βάση στην ποιότητα», καταλήγει ο κ. Γλύκος.
«Μιλάμε για το ίδιο προϊόν κατ’ όνομα γιατί η ποιότητα δεν έχει καμία σχέση και αυτό το γνωρίζει και ο καταναλωτής. Μπορεί σε αυτά τα καταστήματα να βρει ένα κουτάκι πιο περιποιημένο, αλλά όταν οι τιμές είναι τόσο χαμηλές σημαίνει ότι τα υλικά δεν είναι καλής ποιότητας. Εμείς για τους κουραμπιέδες χρησιμοποιούμε φρέσκο βούτυρο και πολλές φορές κατσικίσιο που είναι πανάκριβο. Σύγκριση σε ανόμοια προϊόντα δε μπορεί να γίνει», μας λέει ο κ. Μιχάλης Μούσιος.
Για τον ίδιο, δεν απειλούνται άμεσα, ωστόσο ο καταναλωτής θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός.
«Αυτό που λέμε πάντα στους καταναλωτές είναι να μην ψωνίζουν στα ”τυφλά”. Να εμπιστεύονται το φούρνο της γειτονιάς τους, γιατί έχει φρέσκα προϊόντα και χρησιμοποιεί ποιοτικές πρώτες ύλες και όχι συντηρητικά.
Ο καταναλωτής βλέπει το χώρο που παρασκευάζονται τα προϊόντα, αλλά και τους ανθρώπους που τα ετοιμάζουν. Υπάρχει μία προσωπική σχέση και έχει το προνόμιο αν δει κάτι που δεν του αρέσει να πάει αλλού», λέει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος.
«Οι αρτοποιοί απευθυνόμαστε σε πελάτες με ονοματεπώνυμο, είναι ο Γιώργος, ο Μιχάλης, ο Θανάσης, που μεγαλώσαμε μαζί στη γειτονιά και δε μπορούμε να τον κοροϊδέψουμε γιατί τον βλέπουμε σχεδόν κάθε μέρα. Εδώ όλα είναι ανθρώπινα, υπάρχει καθημερινή και άμεση επαφή με τους καταναλωτές», καταλήγει ο κ. Μούσιος.
Σύμφωνα με τον κ. Γλύκο, η κίνηση στην αγορά έχει ξεκινήσει δειλά – δειλά και κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα με πέρυσι. «Ο κόσμος τώρα κάνει μία έρευνα αγοράς», συνεχίζει.
Ο κ. Μούσιος από την πλευρά του, λέει: «Η ζήτηση είναι ικανοποιητική. Εκτιμώ ότι είναι λίγο παραπάνω αυξημένη από πέρυσι».

