Οι ευρωπαϊκές αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, ευκαιρία για τη χώρα

Σύμφωνα με το ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, η πράσινη μετάβαση, η αμυντική βιομηχανία και η έρευνα/καινοτομία είναι οι τομείς που θα ωφεληθούν περισσότερο

Ευκαιρίες για την ελληνική οικονομία στην πράσινη μετάβαση, στην ελληνική αμυντική βιομηχανία και στην προώθηση της έρευνας και καινοτομίας, αποτελούν οι πρόσφατες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας (Έκθεση Λέττα, Έκθεση Ντράγκι και Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), επισημαίνει ενημερωτικό σημείωμα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ που συνέταξε ο Κωνσταντίνος Παπανικολάου, διδάκτωρ Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας του ΕΚΠΑ.

Όπως σημειώνεται, η ενεργή συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτές τις πρωτοβουλίες θα μπορούσε δυνητικά εάν συνδυαστεί με την εκπόνηση και την υλοποίηση στοχευμένων και πολυμερών πολιτικών να επιφέρει ορισμένες θετικές συνέπειες στην οικονομική ανάπτυξη και στην απασχόληση ενώ παράλληλα θα μπορούσε να ενισχύσει το status της χώρας στο πολιτικό σύστημα και την οικονομία της ΕΕ. Ειδικότερα οι 3 τομείς που παρουσιάζουν «ελληνικό» ενδιαφέρον είναι οι ακόλουθοι:

  1. Δυνατότητες μεγαλύτερης συμμετοχής της ελληνικής οικονομίας στην πανευρωπαϊκή πρωτοβουλία για απανθρακοποίηση της οικονομίας και την πράσινη μετάβαση

Tο 2024, η Ελλάδα παρήγαγε το 50,5% της ενέργειας της από ανανεώσιμες πηγές, ποσοστό διπλάσιο σε σύγκριση με τα αντίστοιχα μερίδια του 2013. Η Ελλάδα αυξάνει με ταχείς ρυθμούς την παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, μειώνοντας ταυτόχρονα σημαντικά την εξάρτηση της από το λιγνίτη και το φυσικό αέριο. H ελληνική οικονομία παρουσιάζει έναν από τους ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης των ΑΠΕ στην ΕΕ. O διακηρυκτικός στόχος της χώρας είναι να παράγει το 80% της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ έως το 2030.

Αυτή η μεγάλη ενεργειακή μετάβαση η οποία αναμένεται να συνεχιστεί μέχρι να επιτύχει η Ελλάδα τους στόχους που έχουν τεθεί, έχει δημιουργήσει ήδη το πλαίσιο για την ισότιμη συμμετοχή της ελληνικής οικονομίας στην πορεία της Ευρώπης προς την απανθρακοποίηση της οικονομίας και την πράσινη μετάβαση. H μαζική χρηματοδότηση των πράσινων επενδύσεων μέσω των ευρωπαϊκών πόρων θα μπορούσε να επιφέρει επιτάχυνση της διαδικασίας της πράσινης μετάβασης της ελληνικής οικονομίας, αυξάνοντας, την ίδια στιγμή, τους χρηματοδοτικούς πόρους που θα εισαχθούν στην ελληνική οικονομία για επενδυτικούς σκοπούς και παράλληλα παράγοντας ορισμένες θετικές επιπτώσεις για την απασχόληση, την οικονομική ανάπτυξη καθώς και για την ανάπτυξη υποδομών στις ελληνικές (επενδυτικά και οικονομικά) μειονεκτικές περιφέρειες.

Επιπλέον, δεδομένου ότι οι τιμές ενέργειας στην Ελλάδα συγκαταλέγονται ακόμα ανάμεσα στις υψηλότερες και στις πιο ευμετάβλητες τιμές ενέργειας στην ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Προσιτή Ενέργεια για επιχειρήσεις και νοικοκυριά θα μπορούσε να καταστεί μία σημαντική ευκαιρία για την Ελλάδα. Ευκαιρία έτσι ώστε να μπορέσει να εφαρμόσει πολιτικές με στόχο να εξορθολογιστεί η ελληνική αγορά ενέργειας και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να απολαμβάνουν φθηνότερη ενέργεια, σε επίπεδα παρόμοια με αυτή που απολαμβάνουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ. Για την επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου, αξίζει να σημειωθεί ότι δεν αρκεί η συμμετοχή της χώρας στην υλοποίηση της συγκεκριμένης ευρωπαϊκής στρατηγικής. Οι ελληνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προχωρήσουν και σε μεταρρυθμίσεις και παρεμβάσεις που θα αλλάξουν τη λειτουργία και τα χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς ενέργειας.

  1. Δυνατότητες μεγαλύτερης συμμετοχής της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στις προσπάθειες για αναβάθμιση της Ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας

Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας κυρίως μέσω της αναβάθμισης και ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας αποτελεί μία από τις βασικές διαστάσεις των εκθέσεων αλλά και του δημόσιου διαλόγου εντός του πολιτικού συστήματος της ΕΕ. Ο κανονισμός SAFE και το Rearm EU αποτελούν τα πρώτα πολιτικά οχήματα του στρατιωτικού επανεξοπλισμού της Ευρώπης και της ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας ενόψει των προκλήσεων που αντιμετωπίζει.

Ο επανεξοπλισμός της Ευρώπης και η εκ βάθρων ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας αποτελεί μία εξέλιξη ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την Ελλάδα σε επίπεδο ασφάλειας αλλά και ελληνικής οικονομίας. H συμμετοχή των ελληνικών εταιρειών στα εξοπλιστικά προγράμματα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων βρίσκεται αυτή τη στιγμή κάτω από το 5%, ενώ η συμβολή της αμυντικής βιομηχανίας στο ελληνικό ΑΕΠ είναι μόλις 0,7%. Ο κύκλος εργασιών των ελληνικών αμυντικών εταιρειών ανέρχεται στο 1,5 δις ευρώ.

Τα περιθώρια για την ανάπτυξη της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και την αύξηση της βαρύτητας της στο ΑΕΠ και την απασχόληση είναι ιδιαιτέρως σημαντικά. Υπάρχουν περίπου 400 οντότητες (εταιρείες, ερευνητικά κέντρα, start ups) τα οποία ασχολούνται με την άμυνα. Από αυτές ήδη 100 συμμετέχουν σε προγράμματα του European Defense Fund.

Η Ελλάδα είναι ένα από τα κράτη μέλη της ΕΕ που δαπανά ιδιαιτέρως σημαντικά ποσά στην αγορά στρατιωτικών εξοπλισμών. Συγκεκριμένα το ποσοστό των αμυντικών δαπανών ως προς το ΑΕΠ της χώρας διαμορφώθηκε σε 3,08%, όντας το πέμπτο υψηλότερο στο σύνολο των κρατών μελών του ΝΑΤΟ. Η συντριπτική πλειοψηφία των εξοπλισμών αυτών προέρχονται από εισαγωγές, είτε από άλλα κράτη μέλη της ΕΕ είτε από τις ΗΠΑ. Η ανάπτυξη της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας μεταξύ άλλων θα συνείσφερε στη μείωση των εισαγωγών σε ένα νευραλγικό και κρίσιμο τομέα όπως είναι αυτός της άμυνας, ενώ, συγχρόνως, θα επιδρούσε θετικά στην οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση.

Επιπλέον, η συμμετοχή του ελληνικού κράτους και ιδιωτικών εταιρειών σε πανευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα αναμένεται να αυξήσει την τεχνογνωσία του κλάδου της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, μέσω της μεταφοράς τεχνολογίας από περισσότερο αναπτυγμένους τεχνολογικά ευρωπαϊκούς κλάδους αμυντικής βιομηχανίας (γαλλικός, γερμανικός).

  1. Δυνατότητα κάλυψης της μεγάλης απόστασης που χωρίζει την ελληνική οικονομία από τις προηγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες στο ζήτημα της καινοτομίας και της έρευνας

Oι δαπάνες της Ελλάδας για Έρευνα και Ανάπτυξη παρότι έχουν παρουσιάσει μία αύξηση τα τελευταία χρόνια, ακόμη υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Οι δαπάνες της χώρας μας προσέγγισαν το 1,49% του ΑΕΠ το 2023, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να προσεγγίζει το 2,22%. Αυτή η υστέρηση θεωρείται ότι αφαιρεί σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες από την ελληνική οικονομία, περιορίζοντας τη διάχυση της καινοτομίας στους δυναμικότερους κλάδους της οικονομίας, μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, αποκόπτοντας τη σύνδεση της πραγματικής οικονομίας με την ακαδημαϊκή έρευνα, μειώνοντας τις αναπτυξιακές δυνατότητες των ελληνικών δημόσιων πανεπιστημίων.

Η πρωτοβουλία της Κομισιόν ώστε τα κράτη μέλη να αυξήσουν τις δαπάνες τους για Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) στο 3% του ΑΕΠ μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική ευκαιρία, έτσι ώστε να αυξηθούν σημαντικά οι δημόσιες και οι ιδιωτικές επενδύσεις για τη καινοτομία και την έρευνα στην ελληνική οικονομία, ενώ αποτελεί εξίσου μεγάλη ευκαιρία να βελτιωθεί το πλαίσιο διάχυσης της καινοτομίας και της έρευνας στους δυναμικότερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον, το πανευρωπαϊκό πλαίσιο συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε επίπεδο καινοτομίας, έρευνας και ανάπτυξης αναμένεται να επηρεάσει και το εγχώριο πλαίσιο συνεργασίας και να τροφοδοτήσει με περισσότερες συνέργειες και επενδύσεις, οι οποίες θα έχουν ως στόχο την αύξηση της καινοτομίας και της ανταγωνιστικότητας στην ελληνική οικονομία.

Οι ευρωπαϊκές πολιτικές στα ζητήματα καινοτομίας και έρευνας αναμένεται να ενισχύσουν κάποιες υφιστάμενες αρνητικές τάσεις στο ευρωπαϊκό και στο ελληνικό πλαίσιο της έρευνας. H εστίαση και η έμφαση στις εφαρμοσμένες επιστήμες στο νέο σχεδιασμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο καινοτομίας και έρευνας ενδέχεται να οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη υποβάθμιση των ανθρωπιστικών και των κοινωνικών επιστημών σε επίπεδο χρηματοδότησης και βαρύτητας, τάση που αναμένεται να γίνει άμεσα εμφανής και στο ελληνικό σύστημα της έρευνας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ