Η θέση της Ελλάδας έχει πλέον μετατοπιστεί προς την κατηγορία των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, με διαχρονική καθήλωση των αποδοχών και επίτευξη πλεονασμάτων μέσω υπερφορολόγησης, επισημαίνει, μεταξύ άλλων, η τετραμηνιαία έκθεση του ΚΕΠΕ.
Όπως αναφέρει στο εισαγωγικό του σημείωμα, ο καθηγητής και πρόεδρος του ΚΕΠΕ, Παναγιώτης Λιαργκόβας, η σταθερότητα της ελληνικής οικονομίας δεν απαντά επαρκώς στην εξάλειψη των διαρθρωτικών της ελλειμμάτων, ενώ η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων δεν είναι αυτοσκοπός και το ζητούμενο είναι να μην επιτυγχάνεται μέσω υπερφορολογησης που στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία και αποθαρρύνει τις επενδύσεις.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα και η ποιότητα διακυβέρνησης, οι αδύναμοι θεσμοί, η εξάρτηση από ευρωπαϊκά κονδύλια, κατανάλωση και εισαγωγές, οι εντεινόμενες κοινωνικές ανισότητες, η βραδεία μετάβαση στην πράσινη και ψηφιακή οικονομία, και το δημογραφικό πρόβλημα, όχι μόνο δεν έχουν εξαλειφθεί αλλά σταδιακά υπονομεύουν τις μελλοντικές αναπτυξιακές δυνατότητες. Για το λόγο αυτό η Ελλάδα χρειάζεται μια ισορροπημένη στρατηγική: λιγότερη έμφαση στη λογιστική επίδοση, περισσότερη στην ποιοτική ανάπτυξη. Επίσης, η σταθερότητα είναι προϋπόθεση και όχι υποκατάστατο της ανάπτυξης.
Αναλυτικότερα:
- Η οικονομία αναπτύσσεται με σταθερό ρυθμό, παρά την ήπια επιβράδυνση
Οι επικαιροποιημένες εκτιμήσεις του ΚΕΠΕ για το 2025 προβλέπουν μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ στο 2,1%, ελαφρώς χαμηλότερο από την προηγούμενη πρόβλεψη του 2,2%. Η μικρή αυτή αναθεώρηση προς τα κάτω αντικατοπτρίζει τη συγκρατημένη επιβράδυνση του δεύτερου τριμήνου, χωρίς να μεταβάλλει την ευρύτερη εικόνα μιας οικονομίας που εξακολουθεί να αναπτύσσεται με σταθερό ρυθμό, υποβοηθούμενη από την ανθεκτικότητα της εγχώριας ζήτησης και την ομαλοποίηση των πληθωριστικών πιέσεων.
- Η αγορά εργασίας βελτιώνεται
Ο αριθμός των απασχολουμένων αυξήθηκε, συμπεριλαμβανομένων των μισθωτών, ενώ η ανεργία υποχώρησε, με μείωση του ποσοστού ανεργίας μεταξύ των αλλοδαπών εργαζομένων, ένδειξη καλύτερης ενσωμάτωσης αυτής της κατηγορίας στην παραγωγική διαδικασία.
Σε επίπεδο τομέων, ο πρωτογενής παρουσιάζει απώλειες, ενώ η απασχόληση αυξάνεται στους άλλους δύο παραγωγικούς τομείς, αν και η εικόνα δεν είναι πλήρως ομοιογενής σε μικρότερη κλαδική ανάλυση. Οι μεταβολές στα επαγγέλματα ακολουθούν τις ίδιες τάσεις, χωρίς ωστόσο να συνοδεύονται από ουσιαστική αλλαγή στη σύνθεση δεξιοτήτων, καθώς οι νέες θέσεις εργασίας εξακολουθούν να καλύπτονται κυρίως από αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Οι ώρες απασχόλησης παραμένουν σε υψηλά επίπεδα για τα ελληνικά δεδομένα, συγκλίνοντας με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ η μείωση των κενών θέσεων εργασίας υποδηλώνει σταδιακή εξομάλυνση των ανισορροπιών μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας, ακόμη και σε κλάδους με χρόνιες ελλείψεις προσωπικού. Ενδεικτικά, στον τουρισμό παρατηρείται ταυτόχρονη μείωση των κενών θέσεων και ελαφρά κάμψη της απασχόλησης, εξέλιξη που φαίνεται περισσότερο συνδεδεμένη με τη φυσιολογική προσαρμογή της αγοράς παρά με διαρθρωτικές αδυναμίες.
- Η ελληνική κεφαλαιαγορά εισέρχεται σε νέα αναπτυξιακή φάση
Οι προοπτικές για τους επόμενους μήνες παραμένουν ιδιαίτερα θετικές, καθώς η επικείμενη εξαγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών από την Euronext και η αναμενόμενη επανένταξή του στις ανεπτυγμένες αγορές δημιουργούν νέα περιθώρια ανάπτυξης και πρόσβασης των ελληνικών επιχειρήσεων σε κεφάλαια.
- Οι δημοσιονομικές επιδόσεις καταγράφουν εντυπωσιακή βελτίωση
Η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με τα POS και η γενικευμένη χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών έχουν περιορίσει αισθητά τη φοροδιαφυγή, βελτιώνοντας την ιχνηλασιμότητα των συναλλαγών και επιτρέποντας πιο ακριβή αντιστοίχιση μεταξύ δηλωθέντων εισοδημάτων και πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας. Η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει σε βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, διεύρυνση της φορολογικής βάσης και ενίσχυση της αξιοπιστίας των δημοσιονομικών στοιχείων. Έτσι, ενώ το ευρωπαϊκό πλαίσιο ζητά περισσότερη αμυντική προετοιμασία και αυστηρότερο μεσοπρόθεσμο έλεγχο δαπανών, η Ελλάδα οφείλει να ισορροπήσει ανάμεσα στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας και τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, αξιοποιώντας τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για να ενισχύσει την παραγωγική της βάση, χωρίς να διαρραγεί ο ρυθμός της ανάπτυξης και η κοινωνική συνοχή.
- Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού 2026
Το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,8% του ΑΕΠ, επιβεβαιώνοντας τη συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και τη διατήρηση της χώρας σε τροχιά δημοσιονομικής εξυγίανσης. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 137,6% του ΑΕΠ, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2010. Ωστόσο, η εικόνα αυτή συνοδεύεται από μια σταδιακή επιβράδυνση του ρυθμού μεγέθυνσης και από εξωτερικούς κινδύνους –γεωπολιτικούς, πληθωριστικούς και δημοσιονομικούς– πουν ενδέχεται να επηρεάσουν την επίτευξη των στόχων. Ακόμη και αν η χώρα παραμείνει «νησί σταθερότητας» στην Ευρώπη, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η ανάπτυξή της είναι στενά συνδεδεμένη με τις εξωτερικές ροές και τις επενδύσεις. Η επόμενη περίοδος απαιτεί μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και διαφοροποίηση των πηγών ανάπτυξης. Η κυβέρνηση προτάσσει τη «δημογραφική φορολογική μεταρρύθμιση» ως βασικό μοχλό στήριξης της μεσαίας τάξης και των οικογενειών με παιδιά. Η μείωση των συντελεστών φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και η σταδιακή κατάργηση του ΕΝΦΙΑ σε μικρούς οικισμούς πράγματι δημιουργούν ένα αίσθημα ελάφρυνσης. Ωστόσο, η αύξηση των συνολικών φορολογικών εσόδων κατά 2,6 δισ. ευρώ υποδηλώνει ότι μεγάλο μέρος αυτής της «ανάσας» επιστρέφει στο κράτος μέσω ΦΠΑ, τεκμαρτής φορολόγησης και μη τιμαριθμοποίησης των κλιμακίων. Η φορολογική δικαιοσύνη εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο.
Ο λόγος έμμεσης προς άμεση φορολογία παραμένει διαχρονικά δυσμενής, ιδίως για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Η πρόβλεψη για αύξηση των επενδύσεων κατά 10,2% είναι η υψηλότερη στην ΕΕ για το 2026. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ανέρχεται στα 16,7 δισ. ευρώ, έναντι 14,6 δισ. το 2025. Αν αυτό υλοποιηθεί, θα αποτελέσει σημαντικό μοχλό ανάπτυξης και παραγωγικότητας. Ωστόσο, η επενδυτική ώθηση στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ευρωπαϊκά κονδύλια, ιδίως στο Ταμείο Ανάκαμψης, του οποίου οι ροές ολοκληρώνονται το 2026. Με δεδομένη τη σταδιακή μείωση των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων, το ερώτημα είναι αν η ελληνική οικονομία μπορεί να καλύψει το επικείμενο «χρηματοδοτικό κενό» με εθνικούς ή ιδιωτικούς πόρους. Στον κοινωνικό τομέα, θετικές είναι οι ρυθμίσεις για τη στήριξη των συνταξιούχων και των ευάλωτων ομάδων (π.χ. επίδομα 250 ευρώ, αυξήσεις συντάξεων με βάση το ΑΕΠ και τον πληθωρισμό).
Ωστόσο, οι πολιτικές αυτές έχουν περιορισμένο αντίκτυπο, αν δεν συνοδεύονται από ουσιαστική ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων. Ο πληθωρισμός, αν και αποκλιμακώνεται στο 2,2%, εξακολουθεί να «ροκανίζει» την αγοραστική δύναμη, ενώ η ανισότητα διευρύνεται. Η ανεργία, στο 8,6%, παραμένει η χαμηλότερη από το 2008, όμως η ποιότητα της απασχόλησης –μερική απασχόληση, εποχικότητα, χαμηλοί μισθοί– εξακολουθεί να προβληματίζει.
- Οι εντεινόμενες γεωπολιτικές εντάσεις θέτουν ως προτεραιότητα την αμυντική ετοιμότητα
Η αυστηροποίηση των στόχων των δαπανών που συζητείται στο πλαίσιο της Συμμαχίας, με ρητή διάκριση μεταξύ «καθαρής άμυνας» και κρίσιμων υποδομών και με ετήσιες εκθέσεις προόδου, μεταβάλλει τα δεδομένα για τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό σχεδιασμό. Η ενδεχόμενη αναβάθμιση του ελάχιστου στόχου ενδέχεται να εντείνει τις πιέσεις στους προϋπολογισμούς, ιδίως μετά την αναθεώρηση των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων το 2024 που επιβάλλουν αυστηρότερες τροχιές καθαρών δαπανών και ενεργοποίηση διορθωτικών μηχανισμών σε περίπτωση υπερβάσεων. Η σημασία για την Ελλάδα είναι διττή: από τη μία, διαμορφώνεται παράθυρο βιομηχανικής πολιτικής με εστίαση σε αμυντικές τεχνολογίες, διττές χρήσεις και κρίσιμες υποδομές, ικανό να ενεργοποιήσει επενδύσεις, αλυσίδες αξίας και εξαγωγική δυναμική. Από την άλλη, απαιτείται προσεκτικός συγχρονισμός μεταξύ αναπτυξιακών προτεραιοτήτων και δημοσιονομικής πειθαρχίας, ώστε να μη διακυβευτεί η μακροοικονομική σταθερότητα.
- Ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται αλλά δεν εκλείπει
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών καταγράφονται στην ένδυση και υπόδηση, στα ξενοδοχεία και στην εστίαση, καθώς και στη στέγαση, ενώ ο πληθωρισμός στα αγαθά παραμένει περιορισμένος σε σχέση με εκείνον των υπηρεσιών. Η διατήρηση του χάσματος αυτού υποδηλώνει ότι οι εγχώριες πληθωριστικές πιέσεις συνδέονται περισσότερο με το κόστος παραγωγής και τις συνθήκες ζήτησης στην εσωτερική αγορά παρά με τις διεθνείς τιμές των εμπορευμάτων.
- Οι ανισότητες στα μέσα επίπεδα μισθών στην Ελλάδα αυξάνονται σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Το 2022 η μισθολογική κατάσταση των ελληνικών περιφερειών επιδεινώθηκε αισθητά, με σαφή απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Αττική εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλότερα επίπεδα μισθών σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα, ωστόσο δεν κατορθώνει να συγκλίνει με τα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα της Δυτικής Ευρώπης. Παράλληλα, η συνολική θέση της Ελλάδας έχει πλέον μετατοπιστεί προς την κατηγορία των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες το 2022 έχουν βελτιωθεί σημαντικά και σε πολλές περιπτώσεις την έχουν ξεπεράσει. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την παρατεταμένη επίδραση της πολυετούς οικονομικής κρίσης, τη μακροχρόνια συγκράτηση των μισθών που επιβλήθηκε από τις πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής, καθώς και την ασθενή επενδυτική δραστηριότητα που θα μπορούσε να στηρίξει τη μετάβαση σε κλάδους υψηλής παραγωγικότητας. Σε αντίθεση, οι περιφέρειες της Ανατολικής Ευρώπης φαίνεται να ενσωματώνονται πιο αποτελεσματικά στις απαιτήσεις των διεθνών αγορών, αξιοποιώντας καλύτερα τις επενδυτικές ευκαιρίες και τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Κατά μέσο όρο, την περίοδο 2009-2022, οι ελληνικές περιφέρειες έχουν υποχωρήσει κατά περίπου σαράντα θέσεις στην ευρωπαϊκή κατάταξη. Τα δεδομένα αυτά συμβαδίζουν με προηγούμενες έρευνες που έχουν καταδείξει τη χαμηλή αγοραστική δύναμη των μισθών στην Ελλάδα. Συνολικά, τα στοιχεία αποτυπώνουν τη διαχρονική καθήλωση των αποδοχών στη χώρα και αντανακλούν την επιδεινούμενη κοινωνικοοικονομική κατάσταση των εργαζομένων, των οποίων το εισόδημα εξαρτάται κυρίως από τη μισθωτή εργασία στον ιδιωτικό τομέα.
