ΙΟΒΕ: Έρχονται δύσκολοι καιροί για τις εταιρίες εμπορίας καυσίμων

Επισημαίνεται πως η αναμενόμενη υποχώρηση των πωλήσεων θα ασκήσει σημαντικές πιέσεις στα οικονομικά αποτελέσματα των εταιριών του κλάδου
ΙΟΒΕ: Έρχονται δύσκολοι καιροί για τις εταιρίες εμπορίας καυσίμων

Οι επιδόσεις στη δραστηριότητα εμπορίας αεροπορικών καυσίμων και άλλων διεθνών πωλήσεων και εμπορίας συμβάλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση θετικών οικονομικών αποτελεσμάτων καθώς οι εγχώριες δραστηριότητες είναι ζημιογόνες, επισημαίνει μελέτη του ΙΟΒΕ με τα συγκεντρωτικά Στοιχεία και Αριθμοδείκτες του Κλάδου Εμπορίας Πετρελαιοειδών για το έτος 2024. Η μελέτη επισημαίνει ότι οι εταιρίες του κλάδου αντιμετωπίζουν πλήθος σοβαρών προκλήσεων τα επόμενα χρόνια που έχουν να κάνουν με τους στόχους για το Κλίμα και τη μείωση κατανάλωσης πετρελαιοειδών, κάτι που θα πιέσει τα οικονομικά αποτελέσματα όσων επιχειρήσεων στηρίζουν τις πωλήσεις τους σε προϊόντα που κατευθύνονται στην εσωτερική αγορά.

Οικονομικά μεγέθη 2024

  • Η αξία πωλήσεων των εξεταζόμενων εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών διαμορφώθηκε σε 14,8 δισ. ευρώ το 2024, σχεδόν όσο και το προηγούμενο έτος.
  • Η διατήρηση της αξίας πωλήσεων οφείλεται τόσο στην ενίσχυση του όγκου πωλήσεων, όσο και στη μείωση των διεθνών τιμών των προϊόντων πετρελαίου.
  • Τα μικτά κέρδη των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών ενισχύθηκαν στα 526 εκατ. ευρώ το 2024 από 483 εκατ. ευρώ το 2023 (αύξηση σε ποσοστό 9,1%), επανερχόμενα στο επίπεδο που είχαν καταγράψει το 2022.
  • Τα καθαρά κέρδη προ φόρων περιορίστηκαν στα 20,1 εκατ. ευρώ το 2024 από 33,6 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος (μείωση σε ποσοστό 40,1%).
  • Αντιστοίχως τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους υποχώρησαν στα 11,9 εκατ. ευρώ το 2024 από 24 εκατ. ευρώ το 2023 (μείωση σε ποσοστό 50,5%).
  • Αν απομονωθούν οι επιδόσεις των εταιριών εμπορίας που πωλούν αεροπορικά καύσιμα ή δραστηριοποιούνται σε διεθνείς πωλήσεις και εμπόριο (trading) προκύπτει ότι το 2024 τα κέρδη του κλάδου μετατρέπονται σε ζημιές ύψους 52,7 εκατ. ευρώ προ φόρων και 45,4 εκατ. ευρώ μετά από φόρους. Ουσιαστικά, οι επιδόσεις στη δραστηριότητα εμπορίας αεροπορικών καυσίμων και άλλων διεθνών πωλήσεων και εμπορίας συμβάλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση των συνολικών οικονομικών αποτελεσμάτων του κλάδου εμπορίας πετρελαιοειδών.
  • Το συνολικό περιθώριο μικτού κέρδους των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών ενισχύθηκε οριακά το 2024 σε 3,5% από 3,3% το 2023 και 4,1% κατά μέσο όρο την περίοδο 2015-2024.
  • Το περιθώριο καθαρού κέρδους προ φόρων ήταν συνολικά οριακά θετικό (0,1%) το 2024, μειωμένο σε σύγκριση με το 2023. Η πλειονότητα των εταιριών σημείωσε οριακή κερδοφορία. Το συνολικό περιθώριο καθαρού κέρδους προ φόρων ήταν αρνητικό για τις πωλήσεις εσωτερικού το 2024 και γίνεται οριακά θετικό με τη συμπερίληψη των πωλήσεων αεροπορικών καυσίμων και του διεθνούς trading.
  • Στις εξεταζόμενες εταιρίες του κλάδου εργάστηκαν 1.743 άτομα το 2024, από 1.720 το 2023.
  • Οι συνολικές επενδύσεις του κλάδου υποχώρησαν κατά 1,3%, σε 90,4 εκατ. ευρώ το 2024 από 91,6 εκατ. ευρώ το 2023.
  • Ο αριθμός των πρατηρίων το 2024 μειώθηκε στα 4.777 πρατήρια από 4.898 το 2023 (-2,5%).
  • Το κοινωνικό προϊόν του κλάδου εμπορίας πετρελαιοειδών το 2024 διαμορφώθηκε σε 4,04 δισ. ευρώ, καθώς οι εξεταζόμενες εταιρίες: α) δημιούργησαν για τον κρατικό προϋπολογισμό έσοδα από φόρους και άλλες εισφορές που ανήλθαν σε 3,85 δισ. ευρώ, β) κατέβαλαν στο προσωπικό τους, υπό μορφή καθαρών αμοιβών και εργοδοτικών εισφορών, 106,3 εκατ. ευρώ και γ) κατέβαλαν πληρωμές προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα ύψους 75,0 εκατ. ευρώ.

Ως προς τις προοπτικές και προκλήσεις του κλάδου της εμπορίας καυσίμων τα επόμενα χρόνια επισημαίνονται τα εξής:

  • Η διατήρηση του υψηλού κόστους χρηματοδότησης επηρεάζει έντονα τις εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών εξαιτίας των υψηλών αναγκών σε κεφάλαια κίνησης για την κτήση των προϊόντων πετρελαίου συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής του ειδικού φόρου κατανάλωσης.
  • Πολλοί από τους εθνικούς στόχους πολιτικής για την Ενέργεια και το Κλίμα επηρεάζουν άμεσα τον κλάδο εμπορίας πετρελαιοειδών, καθώς για να επιτευχθούν απαιτούνται μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης πετρελαιοειδών.
  • Σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), η ετήσια κατανάλωση προϊόντων πετρελαίου θα μειωθεί κατά 21,6% το 2030 σε σύγκριση με το 2022 (και κατά 7,1% στον τομέα των Μεταφορών), δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις στις εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών. Ραγδαία, όμως, θα είναι η μείωση της κατανάλωσης πετρελαιοειδών την επόμενη περίοδο 2031-2050.
  • Στον τομέα των Μεταφορών, η μείωση της κατανάλωσης πετρελαιοειδών θα βασιστεί μεσοπρόθεσμα στην υποκατάσταση με ηλεκτρική ενέργεια (ηλεκτροκίνηση) και μακροπρόθεσμα στην ανάπτυξη των αερίων καυσίμων (προηγμένα και συνθετικά βιοκαύσιμα) και πράσινου υδρογόνου, καθώς και στην ενίσχυση της ενεργειακής απόδοσης.
  • Οι εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών έχουν αναλάβει μεγάλο τμήμα της υποχρέωσης βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης (περίπου 56% του συνόλου ή 815 ktoe). Ειδικότερα, για την περίοδο 2024-2030 θα απαιτηθεί από τις Εταιρίες Εμπορίας Πετρελαιοειδών να επιτύχουν εξοικονομήσεις ενέργειας στην τελική κατανάλωση, υλοποιώντας και τεχνικά μέτρα (εκτός από οριζόντια/συμπεριφορικά), τα οποία απαιτούν σημαντικές επενδύσεις.
  • Αυτό συνεπάγεται υψηλό κόστος συμμόρφωσης εφόσον οι εταιρίες δεν λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης στους τομείς που χρησιμοποιούνται πετρελαιοειδή (πλην των αεροπορικών μεταφορών). Το κόστος αυτό δημιουργεί ένα επιπλέον βάρος για τα οικονομικά αποτελέσματα των εταιριών του κλάδου και περισσότερο για εκείνες που παρουσιάζουν ζημιές ή οριακή κερδοφορία.
  • Η δημιουργία του νέου συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών για τα κτήρια και τις οδικές μεταφορές (ETS2), το οποίο θα καταστεί πλήρως λειτουργικό το 2027, με στόχο να μειώσει τις εκπομπές στους τομείς αυτούς κατά 42% έως το 2030 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2005, θα επιβαρύνει το κόστος προμήθειας και θα περιορίσει τη ζήτηση πετρελαιοειδών.
  • Η αναμενόμενη υποχώρηση των πωλήσεων θα διατηρήσει τις σημαντικές πιέσεις στα οικονομικά αποτελέσματα των εταιριών του κλάδου, και ιδίως σε εκείνες που στηρίζουν τις πωλήσεις τους σε προϊόντα που κατευθύνονται στην εσωτερική αγορά (κυρίως βενζίνες και πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης). Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η οικονομική δυνατότητα, ιδίως των μικρότερων επιχειρήσεων του κλάδου, για την υλοποίηση των απαιτούμενων επενδύσεων μετασχηματισμού (ηλεκτροκίνηση, σταθμοί υδρογόνου, κ.λπ.), θα είναι περιορισμένη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ