ΕΔΣ: Η οικονομία αντιμετωπίζει μακροπρόθεσμες προκλήσεις

Σύμφωνα με το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, η επίτευξη του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα 2,7% μέχρι το 2029 εξαρτάται από πολλούς παράγοντες

Η αναμενόμενη επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ, ιδίως μετά το 2027, καθιστά αναγκαία την ενίσχυση των διαρθρωτικών πολιτικών με στόχο τη αύξηση της παραγωγικότητας, τη διεύρυνση της εξαγωγικής βάσης και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του επιχειρηματικού τομέα, ώστε να διατηρηθεί η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό επισημαίνει το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΔΣ) στη Γνώμη του επί του Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού 2026-2029, με την οποία υιοθέτησε τις μακροοικονομικές προβλέψεις στις οποίες βασίζεται, ενώ διαπιστώνει τη συμμόρφωση του με τους ειδικούς αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες.

Πιο συγκεκριμένα, ο μέσος αναμενόμενος ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας ολόκληρης της περιόδου 2026-2029 είναι 1,8%, με κύριους μοχλούς ανάπτυξης, τις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και την ιδιωτική κατανάλωση. Ωστόσο, αναμένεται να παρουσιάσουν μειωμένη συνεισφορά στην οικονομική δραστηριότητα, καθώς η επίδρασή τους εξασθενεί προς τα τελευταία έτη της περιόδου αυτής και ιδιαίτερα μετά την λήξη του ΤΑΑ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει για την περίοδο 2025-2029 κατά μέσο όρο 1,3% ρυθμό μεγέθυνσης σύμφωνα στο σενάριο βάσης, ενώ λιγότερο συντηρητικά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει 1,7% για την ίδια περίοδο.

Για την πρόβλεψη για πρωτογενές πλεόνασμα 2,7% του ΑΕΠ την περίοδο 2027-2029, το ΕΔΣ εκτιμά ότι η επίτευξη των στόχων αυτών εξαρτάται από την ανθεκτικότητα των εσόδων, την αποτελεσματική συγκράτηση των δαπανών και την απουσία απρόβλεπτων δημοσιονομικών πιέσεων που θα μπορούσαν να εκτροχιάσουν την πορεία του προϋπολογισμού.

Μεσοπρόθεσμες προκλήσεις

Το ΕΔΣ επισημαίνει ότι μεσοπρόθεσμα, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις. Η παραγωγικότητα της εργασίας ανά ώρα και οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν από τους χαμηλότερους στην ΕΕ, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αντιστοιχεί μόλις στο 70% του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η ανεργία παραμένει υψηλότερη σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, το επενδυτικό ποσοστό και η αποταμίευση των νοικοκυριών εξακολουθούν να είναι χαμηλά. Παράλληλα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει σε έλλειμμα, η δημόσια διοίκηση παρουσιάζει χρόνια προβλήματα αποτελεσματικότητας και το δημόσιο χρέος, παρότι μειώνεται εντυπωσιακά, παραμένει το υψηλότερο στην ΕΕ. Τα στοιχεία αυτά υποδεικνύουν ότι η σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με τον μέσο όρο της ΕΕ, αν και σε θετική εξέλιξη, συνεχίζει να παρεμποδίζεται από μακροχρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες.

Περαιτέρω, τρεις κρίσιμες τάσεις επιτείνουν τις μεσοπρόθεσμες προκλήσεις: οι δημογραφικές εξελίξεις, οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και η κλιματική αλλαγή. Η ταχεία γήρανση του πληθυσμού και η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά τη δυνητική ανάπτυξη και τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, επιβάλλοντας πρόσθετες δημοσιονομικές πιέσεις. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις καθιστούν αναγκαίες την συντονισμένη αύξηση των αμυντικών δαπανών και την αντιμετώπιση πιθανών μεταναστευτικών πιέσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και την ενεργειακή αναβάθμιση της χώρας. Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη έκθεση της χώρας σε κλιματικούς κινδύνους, δημιουργεί πρόσθετες ανάγκες χρηματοδότησης για εκσυγχρονισμό υποδομών και ενδυνάμωση της οικονομικής ανθεκτικότητας. Οι προκλήσεις αυτές καθιστούν αναγκαία την υλοποίηση συνεκτικών και στοχευμένων διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ