Eurobank: Η πολεμική σύρραξη απειλεί με στασιμοπληθωρισμό

Σύμφωνα με την ανάλυση, αν και η σύνθεση του ΑΕΠ βελτιώθηκε ελαφρά το 2025, η εξάρτηση από την κατανάλωση παραμένει υπέρμετρη

H ελληνική οικονομία παραμένει σε τροχιά ανάκαμψης, ωστόσο, οι χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της εξακολουθούν να χρήζουν περαιτέρω βελτίωσης, επισημαίνει το Δελτίο “7 Ημέρες Οικονομία” της μονάδας οικονομικής ανάλυσης της Eurobank, σχολιάζοντας τα πιο πρόσφατα στοιχεία αναφορικά με τους εθνικούς λογαριασμούς και την αγορά εργασίας το 2025. 

Όπως σημειώνεται, για το 2026, η πολεμική σύρραξη στην ευρύτερη περιοχή απειλεί με στασιμοπληθωριστικές επιδράσεις, εφόσον επεκταθεί χωρικά και χρονικά. Όμως το Ταμείο Ανάκαμψης, παρέχει μία αντιστάθμιση της αστάθειας του εξωτερικού περιβάλλοντος, λειτουργώντας ως αντικυκλικό εργαλείο, στηρίζοντας τη ζήτηση. 

Τι συνέβη στην οικονομία το 2025

Για το σύνολο του έτους 2025, η ανάπτυξη στην Ελλάδα διατηρήθηκε στα ίδια επίπεδα με εκείνα των ετών 2024 και 2023, ήτοι στο 2,1%, καταγράφοντας υπεραπόδοση έναντι της Ευρωζώνης. Υπό το πρίσμα της ζήτησης, η μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας το 2025 βασίστηκε στην άνοδο των επενδύσεων παγίων, της ιδιωτικής κατανάλωσης και των εξαγωγών αγαθών, ενώ υπό το πρίσμα της
προσφοράς βασίστηκε στην ενίσχυση της παραγωγής των κλάδων της βιομηχανίας, των κατασκευών και των χρηματοπιστωτικών και επαγγελματικών υπηρεσιών.

Σύμφωνα με την ανάλυση, τα τελευταία τρία χρόνια η ελληνική οικονομία μεγεθύνεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς. Παρά ταύτα, το πραγματικό ΑΕΠ υπολείπεται κατά 13,9% σε σύγκριση με την κορυφή του 2008 (-27,0% το 2013, στον πυθμένα της κρίσης χρέους). Ως εκ τούτου, η ελληνική οικονομία έχει ανακτήσει το 48,7% του απολεσθέντος πραγματικού ΑΕΠ την πενταετία 2009-2013.

Διαχωρίζοντας τον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης στις συνιστώσες της παραγωγικότητας της εργασίας, του ποσοστού απασχόλησης, του ποσοστού συμμετοχής και του πληθυσμού, εξάγουμε το παρακάτω συμπέρασμα: η απόκλιση του πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα σε σχέση με τα προ κρίσης χρέους επίπεδα αντανακλάται κατά 59,4% στην αντίστοιχη απόκλιση της παραγωγικότητας της εργασίας, κατά 31,5% του πληθυσμού, κατά 8,1% του ποσοστού απασχόλησης και κατά 1,0% του ποσοστού συμμετοχής του πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό. Συνεπώς, η ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας καθίσταται πολύ σημαντικός παράγοντας για να διατηρηθεί η τρέχουσα αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας και τα επόμενα χρόνια.

Είναι πάντως ενθαρρυντικό ότι, για πρώτη φορά από το 1998, η συνιστώσα η οποία έδωσε τη μεγαλύτερη ώθηση στο ετήσιο ΑΕΠ το 2025 (+1,5 π.μ.) ήταν οι επενδύσεις παγίων, οι οποίες σημείωσαν αύξηση 8,9%. Τη μεγαλύτερη συνεισφορά στη μεταβολή αυτή είχαν οι κατασκευές, με τις κατοικίες (+€1,16 δις) να συνεισφέρουν το 38% της αύξησης και τις λοιπές κατασκευές (+€669 εκ.) ένα 22%.
Έπονται οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και οπλικά συστήματα (+€684 εκ., το 23% της αύξησης των επενδύσεων) και σε μεταφορικό εξοπλισμό (+€601 εκ., το 20% της αύξησης). Τα τμήματα πλην κατοικιών επωφελήθηκαν και από την επιτάχυνση της υλοποίησης των έργων του ΤΑΑ για την μεγιστοποίηση της απορρόφησης των διαθέσιμων πόρων εν όψει της λήξης του προγράμματος φέτος: Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επενδύσεις παγίων σημείωσαν αύξηση 13,6% το β’ εξάμηνο 2025, έναντι μόλις 3,2% το α’ εξάμηνο. Σε αντίθεση με προηγούμενα έτη, η μεταβολή των αποθεμάτων παρουσιάζεται έντονα αρνητική, γεγονός που πιθανώς σχετίζεται με την πρόοδο των συναφών επενδυτικών έργων αλλά και την υπολειμματική φύση του μεγέθους.

Συνολικά, αν και η σύνθεση του ΑΕΠ βελτιώθηκε ελαφρά το 2025, η γενική εικόνα δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά, με την εξάρτηση από την κατανάλωση παραμένει υπέρμετρη: Από το ξέσπασμα της κρίσης χρέους και μετά, η Ελλάδα είναι σταθερά η χώρα με την υψηλότερη ιδιωτική κατανάλωση στην ΕΕ27 αναλογικά με το μέγεθος της οικονομίας της, μεταξύ 67% και 71% του ΑΕΠ (69% το 2025). Θετικά αποτιμάται πάντως η αύξηση του μεριδίου των επενδύσεων στο 16,9% του ΑΕΠ, από το 16% το 2024 και το 11% το 2019. Εντούτοις, το μερίδιο αυτό συνεχίζει να είναι σημαντικά χαμηλότερο από αυτό όλων σχεδόν των χωρών της ΕΕ27 (μ.ο: 21,2%), ενώ προϋπόθεση για τη σύγκλιση είναι η ταχύτερη αύξηση του κεφαλαίου ανά εργαζόμενο και άρα οι υψηλότερες αναλογικά με την ΕΕ27 επενδύσεις. Επιπλέον, η μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών στο -4,5% του ΑΕΠ από -5,6% το 2024, είναι, πιθανότατα συγκυριακή και σε κάθε περίπτωση δεν αντισταθμίζει τη σημαντική διεύρυνση που έχει σημειωθεί μετα-πανδημικά
(2019: -1,6% του ΑΕΠ).

Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία

Σε επίπεδο Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας, η ισχυρότερη θετική ώθηση προήλθε από τις Κατασκευές, όπου η παραγωγή αυξήθηκε κατά 20,2% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2025. Με στάθμιση 3,2% στην ΑΠΑ, ο κλάδος συνέβαλε περίπου 0,65 π.μ. στη συνολική μεταβολή, αντανακλώντας τη συνέχιση της επενδυτικής δραστηριότητας.

Θετικά κινήθηκε και ο ευρύτερος δευτερογενής τομέας (ορυχεία και λατομεία, μεταποίηση, ενέργεια, παροχή νερού, επεξεργασία λυμάτων, διαχείριση αποβλήτων, εξυγίανση), με αύξηση 4,6% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2025, στάθμιση 15,8% και συνεισφορά περίπου 0,72 π.μ. στη συνολική μεταβολή της ΑΠΑ. 

Στον αντίποδα, το χονδρικό και λιανικό εμπόριο και ο κλάδος εστίασης και τουρισμού (χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευές οχημάτων και μοτοσικλετών, μεταφορά και αποθήκευση, υπηρεσίες παροχής καταλύματος και υπηρεσίες εστίασης) εμφάνισαν μείωση -2,4% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2025. Επειδή πρόκειται για κλάδο με σημαντική στάθμιση (20,2%), η εν λόγω αρνητική επίδοση μεταφράζεται σε συνεισφορά περίπου -0,49 π.μ. στη συνολική ΑΠΑ.

Αρνητικά κινήθηκε και ο πρωτογενής τομέας (γεωργία, δασοκομία και αλιεία) με -9,4% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2025. Με στάθμιση 3,4% στην ΑΠΑ, η συνεισφορά του στη συνολική μεταβολή ήταν επίσης αρνητική στις -0,32 π.μ. Η εικόνα αυτή είναι συμβατή με το δυσμενέστερο περιβάλλον τιμών στον αγροτικό τομέα.

Συνολικά, η εικόνα του δ’ τρίμηνο του 2025 υποδεικνύει ότι η άνοδος της ΑΠΑ στηρίχθηκε κυρίως στις Κατασκευές και στον δευτερογενή τομέα, καθώς και σε επιμέρους υπηρεσίες (πληροφόρηση/επικοινωνία, χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες), ενώ η κάμψη στον μεγάλο κλάδο εμπορίου – μεταφορών – τουρισμού και η αδυναμία της γεωργίας περιόρισαν τον συνολικό ρυθμό αύξησης.

Για το σύνολο του 2025, η ΑΠΑ αυξήθηκε κατά 1,3% σε ετήσια βάση, ενώ το ΑΕΠ ενισχύθηκε κατά 2,1% σε ετήσια βάση, εξέλιξη που υποστηρίχθηκε και από την αύξηση των φόρων στα προϊόντα (6,0% σε ετήσια βάση) σε συνδυασμό με τη μείωση των επιδοτήσεων στα προϊόντα (-4,7% σε ετήσια βάση). Σε κλαδικό επίπεδο, η άνοδος της ΑΠΑ τροφοδοτήθηκε κυρίως από τον ευρύτερο δευτερογενή τομέα (2,6% σε ετήσια βάση) και τις κατασκευές (12,8% σε ετήσια βάση), ενώ θετική συμβολή είχαν επίσης οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες (5,0% σε ετήσια βάση) και σειρά κλάδων υπηρεσιών, όπως οι επαγγελματικές – επιστημονικές – τεχνικές –
διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες (2,7% σε ετήσια βάση) και η ενημέρωση και επικοινωνία (2,8% σε ετήσια βάση). Ο κλάδος της δημόσιας διοίκησης – άμυνας – εκπαίδευσης – υγείας και κοινωνικής μέριμνας κατέγραψε ήπια αύξηση (0,9% σε ετήσια βάση), ενώ βασικός ανασταλτικός παράγοντας για τη συνολική ΑΠΑ ήταν ο μεγάλος κλάδος εμπορίου – μεταφορών – καταλυμάτων –
εστίασης, ο οποίος υποχώρησε κατά -1,2% σε ετήσια βάση.

Αγορά εργασίας

Το 2025, η αύξηση της απασχόλησης συνοδεύτηκε και από αύξηση των συνολικών αμοιβών της εξαρτημένης εργασίας. Το 2025 το ΑΕΠ με βάση την προσέγγιση του εισοδήματος παρουσιάζει ετήσια αύξηση €11,5 δισεκ. (στα €247,8 δισεκ.), με τη μισή περίπου αύξηση (€5,55 δισεκ.) να προέρχεται από την άνοδο των αμοιβών εξαρτημένης εργασίας. Τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην άνοδο των αμοιβών έχουν οι κλάδοι Χονδρικού-Λιανικού εμπορίου-Μεταφοράς-Αποθήκευσης-Τουρισμού (+€1,82 δις), Επαγγελματικών-Επιστημονικών-Τεχνικών-Διοικητικών-Υποστηρικτικών δραστηριοτήτων (+€792,6 εκατ.), Δημόσιας διοίκησης-Άμυνας-Κοινωνικής
ασφάλισης-Εκπαίδευσης-Υγείας-Κοινωνικής μέριμνας (+€773,9 εκατ.) και Ορυχείων-Λατομείων-Μεταποίησης-Ενέργειας-Παροχής νερού-Επεξεργασίας λυμάτων-Διαχείρισης αποβλήτων-Εξυγίανσης (+€753,1 εκατ.). 

Η άνοδος της απασχόλησης προήλθε κυρίως από την άνοδό της στους κλάδους Χονδρικού-Λιανικού εμπορίου (+45,0 χιλ. στους 759,1 χιλ.), Επαγγελματικών-Επιστημονικών-Τεχνικών δραστηριοτήτων (+31,2 χιλ. στους 314,6 χιλ.), Τεχνών-Διασκέδασης-Ψυχαγωγίας (+17,2 χιλ. στους 72,8 χιλ.), Κατασκευών (+15,1 χιλ. στους 200,8 χιλ.) και Διοικητικών-Υποστηρικτικών δραστηριοτήτων (+12,7 χιλ. στους 113,2 χιλ.), παρά τη σημαντική μείωση της στον Πρωτογενή τομέα κατά 69,7 χιλ. (στους 399,0 χιλ.). Σημειώνεται πως μεταξύ 2008 και 2025 οι κλάδοι που παρουσίασαν την υψηλότερη άνοδο στο ποσοστό συμμετοχής τους στην αγορά εργασίας είναι ο Τουρισμός (+2,2 π.μ., στο 9,2%), οι Επαγγελματικές-Επιστημονικές-Τεχνικές δραστηριότητες (+2,1 π.μ., στο 7,2%) και οι Δραστηριότητες ανθρώπινης υγείας και κοινωνικής μέριμνας (+1,8 π.μ., στο 7,0%) ενώ αυτοί με την ισχυρότερη μείωση είναι οι Κατασκευές (-4,0 π.μ., στο 4,6%), η Μεταποίηση (-2,1 π.μ., στο 9,7%) και ο Πρωτογενής τομέας (-1,9 π.μ., στο 9,2%).

Η ικανοποιητική πορεία της αγοράς εργασίας επιβεβαιώνεται και με τα στοιχεία του 2025 καθώς το ποσοστό ανεργίας περιορίζεται, η απασχόληση αυξάνεται, ο αριθμός των μακροχρόνια ανέργων κατέρχεται προσεγγίζοντας πλέον τα επίπεδα των 200 χιλ., ενώ το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας μετά το 2013 αυξάνει, έστω και με χαμηλό ρυθμό. Ωστόσο, η αγορά εργασίας εξακολουθεί να παρουσιάζει χρόνιες αδυναμίες. Σε αυτές περιλαμβάνονται η χαμηλή συγκριτικά με την ΕΕ-27 συμμετοχή του πληθυσμού στην αγορά εργασίας, ιδίως των νέων και κυρίως των γυναικών, η στήριξη της απασχόλησης κυρίως από κλάδους μη διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών ή/και από κλάδους που είναι διεθνώς εμπορεύσιμοι αλλά σχετικά χαμηλής εξειδίκευσης και την επίμονη χαλαρότητα στο σύνολο της, που αντικατοπτρίζει την αναντιστοιχία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς εργασίας. Με δεδομένο ότι σε πραγματικούς όρους, το ελληνικό ΑΕΠ έχει ανακτήσει μόλις το 48,7% των απωλειών της κρίσης χρέους και ότι το επενδυτικό κενό θα χρειαστεί αρκετό ακόμα χρόνο για να καλυφθεί, η περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης σε συνδυασμό με την βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα ενίσχυσης του εθνικού εισοδήματος και γενικότερα της βελτίωσης των μεσοπρόθεσμων προοπτικών της οικονομίας.

Συμπερασματικά, σε πιο μακροπρόθεσμο επίπεδο, η ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην αύξηση της απασχόλησης, όπως συνέβη μέχρι τώρα, αλλά απαιτείται ταχύτερη άνοδος της παραγωγικότητας. Ως εκ τούτου, το βασικό ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότερη διάθεση των διαθέσιμων πόρων, και όχι απλώς η απορρόφησή τους, καθώς και η προσέλκυση περισσότερων και ποιοτικότερων ιδιωτικών επενδύσεων μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο επενδυτικό περιβάλλον, με τελικό στόχο τον αναπροσανατολισμό του παραγωγικού μας υποδείγματος προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης περισσότερης γνώσης και καινοτομίας στο προϊοντικό μείγμα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ