Eurobank: Πολύ καλές δημοσιονομικές επιδόσεις αλλά υψηλό δημόσιο χρέος

Σύμφωνα με την ανάλυση, ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος θα πρέπει να αξιοποιείται με προσοχή λόγω και της διεθνούς αβεβαιότητας

Η θέση της Ελλάδας στο δημοσιονομικό πεδίο το 2025 παραμένει διττή: από τη μία πλευρά εμφανίζει μία από τις καλύτερες επιδόσεις στην Ευρωζώνη ως προς το ετήσιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, από την άλλη όμως εξακολουθεί να φέρει το υψηλότερο απόθεμα δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, επισημαίνει οικονομική ανάλυση της Eurobank.

Σύμφωνα με τους οικονομολόγους της τράπεζας, το υψηλό, ακόμη, χρέος, και η αυξημένη διεθνής αβεβαιότητα υποδεικνύουν ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος θα πρέπει να αξιοποιείται με προσοχή, με παρεμβάσεις που στηρίζουν το εισόδημα και την αναπτυξιακή δυναμική, χωρίς να διαβρώνουν τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

Σε σύγκριση με τους στόχους του Προϋπολογισμού 2026 για το 2025, η εκτέλεση αποδείχθηκε ισχυρότερη στο σκέλος των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων και οριακά ασθενέστερη στο χρέος. Ειδικότερα, το πλεόνασμα της ΓΚ διαμορφώθηκε στο 1,7% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 0,6%, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε στο 4,9% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας τον στόχο του 3,7%. Η υπέρβαση αυτή υποδηλώνει ισχυρότερη εκτέλεση του προϋπολογισμού από την αναμενόμενη και δημιουργεί καλύτερη αφετηρία για τη δημοσιονομική πολιτική του 2026.

Στην πλευρά των βασικών μεγεθών της ΓΚ, τα έσοδα αυξήθηκαν στα €124,17 δισ. το 2025, αντιστοιχώντας στο 50,0% του ΑΕΠ, από €117,06 δισ. το 2024. Οι δαπάνες αυξήθηκαν επίσης, στα €119,88 δισ. το 2025 από €113,87 δισ. το 2024, αλλά ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταβλήθηκαν οριακά, στο 48,3% από 48,1%. Η εικόνα αυτή παραπέμπει σε διατήρηση της δημοσιονομικής θέσης ως προς το σκέλος των δαπανών, με την άνοδο των εσόδων να υπερβαίνει εκείνη των δαπανών και να οδηγεί σε ενίσχυση του δημοσιονομικού αποτελέσματος.

Ο λόγος δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ υποχώρησε μεν αισθητά στο 146,1%, παρέμεινε όμως οριακά υψηλότερος από την πρόβλεψη του Προϋπολογισμού για 145,9%. Η μικρή αυτή απόκλιση μπορεί να αποδοθεί κυρίως σε ταμειακές κινήσεις στο τέλος του έτους, αλλά και στο ελαφρώς χαμηλότερο ονομαστικό ΑΕΠ σε σχέση με την παραδοχή του Προϋπολογισμού. Από τη διάρθρωση του δημοσίου χρέους προκύπτει ότι η μείωση του συνολικού αποθέματος το 2025 προήλθε κυρίως από την περαιτέρω αποκλιμάκωση των δανείων, τα οποία μειώθηκαν σε €257,2 δισ. από €262,5 δισ. το 2024, ενώ τα χρεόγραφα αυξήθηκαν σε €98,0 δισ. από €94,8 δισ.1

Η κρατική στήριξη προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εξακολούθησε να επιβαρύνει το αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης και το 2025, κατά €667 εκατ. ή -0,27% του ΑΕΠ, αν και η αρνητική αυτή επίπτωση ήταν αισθητά χαμηλότερη σε σχέση με το 2024, όταν είχε διαμορφωθεί στο -0,5% του ΑΕΠ.2

Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα συγκαταλέγεται το 2025 στις χώρες με τις ισχυρότερες δημοσιονομικές επιδόσεις στην Ευρωζώνη ως προς το αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωζώνη στο σύνολό της παρέμεινε σε έλλειμμα 2,9% του ΑΕΠ, η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ και ήταν μία από τις ελάχιστες χώρες της ΕΕ με πλεονασματικό αποτέλεσμα. Συνεπώς, η χώρα τοποθετείται σαφώς πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και μεταξύ των καλύτερων επιδόσεων του 2025 – πίσω μόνο από την Κύπρο (3,4%) και την Ιρλανδία (1,8%) – στοιχείο που ενισχύει την εικόνα συνέχισης της δημοσιονομικής προσαρμογής μετά την πανδημία.

Η εικόνα παραμένει λιγότερο ευνοϊκή στο σκέλος του δημόσιου χρέους. Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωσή του τα τελευταία έτη, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 146,1% το 2025, παραμένοντας ο υψηλότερος τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στην ΕΕ. Ακολουθούν η Ιταλία με 137,1%, η Γαλλία με 115,6%, το Βέλγιο με 107,9% και η Ισπανία με 100,7% του ΑΕΠ. Ο μέσος όρος της Ευρωζώνης ήταν το 2025 στο 87,8% του ΑΕΠ.

Δημοσιονομικές παρεμβάσεις και προοπτικές 2026-2027

Η υπεραπόδοση του δημοσιονομικού αποτελέσματος για το 2025 επέτρεψε στην κυβέρνηση να ανακοινώσει, μετά την πρώτη δέσμη παρεμβάσεων του Μαρτίου, μια δεύτερη δέσμη στήριξης της οικονομίας, συνολικού κόστους περίπου €500 εκατ. Η νέα αυτή δέσμη εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πακέτο μέτρων για το 2026 (μέχρι σήμερα), συνολικού ύψους €800 εκατ., με στόχο την ανακούφιση νοικοκυριών, αγροτών, συνταξιούχων, ενοικιαστών, επιχειρήσεων και οφειλετών.

Οι παρεμβάσεις αυτές εντάσσονται στο νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, όπου το βασικό κριτήριο συμμόρφωσης είναι η πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών και όχι μόνο το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος. Για την Ελλάδα, η ανάλυση των απολογιστικών στοιχείων του 2025 από το οικονομικό επιτελείο, σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οδήγησε στην αναγνώριση δημοσιονομικού χώρου ύψους €800 εκατ. για το 2026. Από αυτόν, περίπου €600 εκατ. αποδίδονται σε μόνιμη εξοικονόμηση δαπανών και περίπου €200 εκατ. σε ενεργητικά μέτρα εσόδων που αναγνωρίζονται στο πλαίσιο του δείκτη δαπανών. Ο χώρος αυτός καλύπτει πλήρως το σύνολο των παρεμβάσεων που έχουν ήδη ανακοινωθεί για το 2026. Πέραν αυτού, η επικαιροποιημένη αποτίμηση του δείκτη δαπανών αφήνει ένα πρόσθετο αλλά περιορισμένο περιθώριο, της τάξης των €150-200 εκατ., έως το ανώτατο όριο που επιτρέπουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες, το οποίο, υπό τις παρούσες συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας, δεν προδεσμεύεται.

Τόσο οι προβλέψεις του Προϋπολογισμού 2026 (Νοέμβριος 2025) όσο και οι πρόσφατες προβλέψεις του ΔΝΤ (Απρίλιος 2026) συγκλίνουν ως προς τη βασική κατεύθυνση της δημοσιονομικής πορείας της χώρας τα επόμενα έτη: διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και περαιτέρω αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Ειδικότερα, για το 2026 ο Προϋπολογισμός προβλέπει ισοζύγιο ΓΚ ελλειμματικό στο 0,2% του ΑΕΠ, πρωτογενές πλεόνασμα 2,8% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος 138,2% του ΑΕΠ. Το ΔΝΤ στις πρόσφατες εκτιμήσεις του είναι ελαφρώς πιο αισιόδοξο, με ισοζύγιο ΓΚ ελλειμματικό στο 0,2% του ΑΕΠ, πρωτογενές ισοζύγιο ΓΚ πλεονασματικό στο 3,8% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος 136,9% του ΑΕΠ. Η μικρή απόκλιση μεταξύ των δύο πηγών αντανακλά διαφορετικές τεχνικές υποθέσεις ως προς την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό, την εκτέλεση των δαπανών και τη δυναμική των εσόδων.

Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, το ΔΝΤ προβλέπει ότι το συνολικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης θα παραμείνει ελαφρά ελλειμματικό, ενώ τα πρωτογενή πλεονάσματα θα διατηρηθούν σε επίπεδα άνω του 2% του ΑΕΠ, στηρίζοντας την περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους στο 130,3% του ΑΕΠ το 2027, 125,2% το 2028, 120,4% το 2029, 115,5% το 2030 και 110,9% το 2031. Συνεπώς, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, τόσο ο Προϋπολογισμός όσο και το ΔΝΤ συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η χώρα θα συνεχίσει τα επόμενα έτη να καταγράφει πρωτογενή πλεονάσματα και σταδιακή αποκλιμάκωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ