«Προσγείωση» του ρυθμού ανάπτυξης στο 2% και άνοδο του πληθωρισμού στο 3,2% προβλέπει για το 2026 η ετήσια έκθεση προόδου αναφορικά με τους στόχους που έχουν τεθεί στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό-Διαρθρωτικό Σχέδιο (ΜΔΣ) 2025-2028, που κατέθεσε σήμερα το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Το πρωτογενές αποτέλεσμα του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα δημοσιονομικά μέτρα που έχουν ανακοινωθεί και την επίδοση του 2025, αναμένεται να ανέλθει σε 3,2% το 2026 έναντι 4,9% το 2025 και το συνολικό αποτέλεσμα γενικής κυβέρνησης σε 0,2% το 2026 έναντι 1,7% το 2025. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε από 154,2% το 2024 σε 146,1% το 2025 και αναμένεται να αποκλιμακωθεί περαιτέρω σε 136,8% το 2026.
Ο ρυθμός ετήσιας αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών το 2026 αναμένεται να ανέλθει σε 7,5% το 2026, έναντι 2,9% το 2025 και -0,1% το 2024. Το συνολικό κόστος των δημοσιονομικών παρεμβάσεων ανέρχεται σε 2,96 δισ. ευρώ το 2025 και επιπλέον 3,7 δισ. ευρώ το 2026. Η σωρευτική αύξηση των καθαρών δαπανών, λαμβάνοντας υπόψη την ευελιξία από την εθνική ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες, υπολείπεται 0,1% του ΑΕΠ έναντι του σχετικού ορίου.
Στην ετήσια έκθεση προόδου περιλαμβάνονται οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις για τα έτη 2025 και 2026 που παρουσιάστηκαν στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2026. Επιπλέον ενσωματώνονται μέτρα με δημοσιονομικό κόστος περί τα 800 εκατ. ευρώ που ανακοινώθηκαν μετά την κατάρτιση του προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένων των πρόσφατων μέτρων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης.
Επίσης, στην ετήσια έκθεση προόδου αναφέρεται η πορεία εξέλιξης όλων των μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που έχουν συμπεριληφθεί στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό-Διαρθρωτικό Σχέδιο (ΜΔΣ) 2025-2028.
Μακροοικονομικές προβλέψεις για το 2026
Με βάση τις τελευταίες μακροοικονομικές προβλέψεις του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να μετριαστεί στο 2,0% το 2026. Αυτή η πρόβλεψη αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό carry over 1,1 εκατοστιαίων μονάδων από το 2025 και τη σταθερή δυναμική που παρατηρήθηκε κατά τους δύο πρώτους μήνες του έτους. Ενώ οι οικονομικοί δείκτες παρέμειναν ανθεκτικοί στις αρχές του 2026, τα στοιχεία της έρευνας για τον Μάρτιο αντικατοπτρίζουν μια άμβλυνση λόγω γεωπολιτικών εντάσεων. Ωστόσο, τα έκτακτα μέτρα στήριξης στον τομέα της ενέργειας αναμένεται να μετριάσουν τις βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Οι προβολές ενσωματώνουν στοιχεία για τις τιμές της ενέργειας και τις προσδοκίες της αγοράς στα τέλη Μαρτίου 2026, ενώ αναγνωρίζουν την αυξημένη αβεβαιότητα που περιβάλλει τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης.
Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται να συνεχίσει να υπεραποδίδει σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο το 2026, λόγω της ανθεκτικής εγχώριας ζήτησης.
Οι επενδύσεις αναμένεται να παραμείνουν ο κύριος μοχλός ανάπτυξης, αντανακλώντας την ποιοτική βελτίωση της σύνθεσης της ανάπτυξης. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου προβλέπεται να αυξηθεί κατά 7,1% και να προσθέσει 1,3 εκατοστιαίες μονάδες στην πραγματική παραγωγή, υποστηριζόμενος από επενδύσεις σε κατασκευές και εξοπλισμό. Η ωρίμανση της εφαρμογής του ελληνικού σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, η αναμενόμενη συνεχιζόμενη ισχυρή πιστωτική επέκταση και το βελτιωμένο επιχειρηματικό κλίμα μετά την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας αναμένεται να μετριάσουν την επίδραση της αβεβαιότητας που σχετίζεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Σε ονομαστικούς όρους, ο δείκτης επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί περαιτέρω σε 17,7% το 2026 (από 16,9% το 2025), ο υψηλότερος δείκτης από το 2009, μειώνοντας το χάσμα με τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ.
Η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται, βάσει των προβολών, να παραμείνει ανθεκτική το 2026, να αυξηθεί κατά 1,5% και να συνεισφέρει 1,1 εκατοστιαίες μονάδες στο ΑΕΠ. Ο υψηλότερος πληθωρισμός και η εξασθένηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών, που συνδέονται με τον αντίκτυπο της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά τις ιδιωτικές δαπάνες. Από την άλλη πλευρά, στοχευμένα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης αναμένεται να επιδράσουν θετικά στην αγοραστική δύναμη. Ειδικότερα, οι περαιτέρω αυξήσεις των αμοιβών εργασίας, υποστηριζόμενες από τη συνεχιζόμενη αύξηση της απασχόλησης, σε συνδυασμό με την έναρξη ισχύος του μόνιμου δημοσιονομικού πακέτου το 2026 —με πρωταρχικό άξονα τη μεταρρύθμιση της κλίμακας φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων και στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις για οικογένειες και νέους— αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και να στηρίξουν την εγχώρια ζήτηση. Ταυτόχρονα, η αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης αναμένεται να επιταχυνθεί σε 1,1% το 2026, παρέχοντας πρόσθετη ώθηση στην εγχώρια ζήτηση.
Παρά την ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση που σχετίζεται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οι συνολικές εξαγωγές αναμένεται, βάσει των προβολών, να αυξηθούν κατά 2,9% το τρέχον έτος, υποστηριζόμενες από τις πιο διαφοροποιημένες εξαγωγές αγαθών και την ισχυρή τουριστική δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Από την άλλη πλευρά, οι συνολικές εισαγωγές προβλέπεται να αυξηθούν κατά 4,4%, ενισχυμένες από την ενισχυμένη επενδυτική δραστηριότητα. Συνολικά, η συμβολή του εξωτερικού τομέα στο πραγματικό ΑΕΠ αναμένεται να είναι αρνητική (-0,9 εκατοστιαίες μονάδες).
Η συνολική αύξηση της απασχόλησης (με βάση τους εθνικούς λογαριασμούς) αναμένεται να συνεχιστεί, αν και με βραδύτερο ρυθμό (0,4 %) το 2026, λόγω της εξαρτημένης απασχόλησης (0,6 %). Το ποσοστό ανεργίας προβλέπεται να συνεχίσει να αποκλιμακώνεται (8,4%), προσεγγίζοντας περαιτέρω τα προ χρηματοπιστωτικής κρίσης επίπεδα. Οι μισθοί ανά εργαζόμενο προβλέπεται να αυξηθούν κατά 3,7% (από 3,5% το 2025), λόγω των αυξήσεων στους μισθούς του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.
Ο γενικός πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) αναμένεται να ανέλθει σε 3,2% το 2026, λόγω των υψηλότερων τιμών της ενέργειας και τις σχετικές επιδράσεις στις τιμές άλλων αγαθών, ως αποτέλεσμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Κίνδυνοι
Οι κίνδυνοι για τις προβλέψεις ανάπτυξης είναι κυρίως καθοδικοί, κυρίως λόγω της κλιμάκωσης του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Η αυξημένη αβεβαιότητα λόγω της παράτασης της σύγκρουσης και των υψηλότερων διεθνών τιμών της ενέργειας με μετακύλιση στις μη ενεργειακές τιμές καταναλωτή θα μπορούσε να περιορίσει την οικονομική δραστηριότητα. Η περαιτέρω ενίσχυση του εμπορικού προστατευτισμού εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό κίνδυνο. Επιπλέον, πιθανές φυσικές καταστροφές θα μπορούσαν να επιδεινώσουν περαιτέρω τις καθοδικές πιέσεις στην ανάπτυξη.
Από την άλλη πλευρά, οι προβλέψεις ενδέχεται να ωφεληθούν από ισχυρότερα από τα αναμενόμενα οικονομικά αποτελέσματα που απορρέουν από τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος και την ταχύτερη υλοποίηση μεταρρυθμίσεων πολιτικής και επενδύσεων στο πλαίσιο του ελληνικού σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας.
Δημοσιονομικές προοπτικές
Για το 2026 αναμένεται να επιτευχθεί διατηρήσιμο πρωτογενές πλεόνασμα +3,2% του ΑΕΠ, με βάση τη σταθερή αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας. Το αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα παραμείνει σε θετικό έδαφος φθάνοντας το +0,2% του ΑΕΠ, σημαντικά πάνω από την τιμή αναφοράς του -3% του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη.
Η βελτίωση του πρωτογενούς πλεονάσματος σε σύγκριση με το σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος του 2026 (+0,4 εκατοστιαίες μονάδες) αποδίδεται κυρίως στη θετική επίδραση της είσπραξης φόρων και λοιπών τρεχόντων εσόδων, καθώς και στην υστέρηση δαπανών στον τακτικό προϋπολογισμό που εκτιμάται με βάση τα τελικά στοιχεία του 2025, η οποία αντισταθμίζεται εν μέρει από τη συμπερίληψη στοχευμένων υποστηρικτικών παρεμβάσεων συνολικού κόστους 0,3 % του ΑΕΠ που ανακοινώθηκαν την άνοιξη του 2026. Η πλειονότητα των νέων μέτρων (0,2 % του ΑΕΠ) είναι προσωρινά και αποσκοπούν στην άμβλυνση των επιπτώσεων της αύξησης του ενεργειακού και πληθωριστικού κόστους στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Πέραν των ανωτέρω, η μείωση του εκτιμώμενου ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης σε σχέση με το προηγούμενο έτος οφείλεται κυρίως στην ένταξη νέων, αναπτυξιακών και υποστηρικτικών μέτρων πολιτικής, που ανέρχονται στο 0,7% του ΑΕΠ και ανακοινώθηκαν κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης 2025. Η υιοθέτησή τους κατέστη δυνατή χάρη στη συνετή δημοσιονομική πολιτική που ακολουθήθηκε και στις αποτελεσματικές πολιτικές φοροδιαφυγής.
Τα έσοδα από φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης αυξάνονται περαιτέρω το 2026, λόγω της ισχυρής ανάπτυξης της οικονομίας. Τα πρόσθετα έσοδα αναμένεται να καλύψουν τις αυξήσεις των λειτουργικών δαπανών, την ετήσια αύξηση των συντάξεων και των μισθών του δημόσιου τομέα και άλλες ανάγκες. Επιπλέον, η Ελλάδα εφαρμόζει ολοκληρωμένο πρόγραμμα στρατιωτικών επενδύσεων για την αντιμετώπιση των τρεχουσών γεωπολιτικών αναγκών, αυξάνοντας τις στρατιωτικές παραδόσεις κατά 0,2 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Εξελίξεις στο χρέος
Το χρέος της γενικής κυβέρνησης ανήλθε σε 362.925 εκατ. ευρώ ή 146,1% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025, έναντι 364.964 εκατ. ευρώ ή 154,2% του ΑΕΠ το 2024. Για το τέλος του 2026, το χρέος της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να ανέλθει σε 357.515 εκατ. ευρώ ή 136,8% του ΑΕΠ, δηλαδή μειωμένο κατά 9,3 εκατοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2025.
Το Ελληνικό Δημόσιο έχει καλύψει περισσότερες από τις μισές ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες ύψους 8 δισεκατομμυρίων ευρώ ήδη από το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Ένα πολύ θετικό μήνυμα προς την επενδυτική κοινότητα ήταν το αποτέλεσμα της νέας πρόωρης αποπληρωμής των δανείων GLF, η οποία πραγματοποιήθηκε στα μέσα Δεκεμβρίου 2025, συνολικού ύψους €5,3 δισεκατομμυρίων, που αφορούν την αναλογική προπληρωμή των δανείων GLF που λήγουν εντός των ετών 2033-2039 και την πλήρη προπληρωμή των δανείων GLF που λήγουν το 2040 και το 2041. Η ως άνω πρόωρη αποπληρωμή πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά με τη χρήση ταμειακών αποθεμάτων ασφαλείας. Για το τρέχον έτος, η Ελληνική Δημοκρατία σκοπεύει να προπληρώσει 6,9 δισεκατομμύρια ευρώ δανείων GLF, στα μέσα Ιουνίου 2026, τα οποία θα αντιστοιχούν στις πληρωμές κεφαλαίου που οφείλονται το 1ο τρίμηνο του 2029, το 2ο τρίμηνο του 2029, το 2ο τρίμηνο του 2033, το 2034, το 1ο τρίμηνο του 2035 και το 2ο τρίμηνο του 2035. Για την εν λόγω πρόωρη αποπληρωμή του ΔΔΕ, η Ελληνική Δημοκρατία θα αξιοποιήσει πλήρως το υπόλοιπο ποσό των 5,4 δισεκατομμυρίων ευρώ από τα ταμειακά αποθεματικά.
Η διατήρηση του υψηλού επιπέδου των ταμειακών διαθεσίμων, σχεδόν 38,9 δισεκ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου 2026, συμβάλλει ουσιαστικά στην επίτευξη χαμηλού κόστους χρηματοδότησης και διασφαλίσεων για την κάλυψη των μεσοπρόθεσμων δανειακών υποχρεώσεων. Μέσα στα επόμενα χρόνια, τα ταμειακά αποθέματα θα μειωθούν σταδιακά, με στόχο την αποπληρωμή του ανεξόφλητου ποσού του δημόσιου χρέους.
Δεδομένου του υψηλού επιπέδου των ταμειακών διαθεσίμων της Ελληνικής Δημοκρατίας, των αναμενόμενων εκταμιεύσεων από τα χρηματοδοτικά σχήματα που έχουν ήδη αποφασιστεί σε επίπεδο ΕΕ, τόσο από τα διαρθρωτικά ταμεία όσο και από το NGEU, καθώς και των σχετικά περιορισμένων χρηματοδοτικών αναγκών για το έτος 2026, λόγω, μεταξύ άλλων, των προαναφερθεισών πρόωρων αποπληρωμών, η χρηματοδότηση από τις αγορές αναμένεται να περιοριστεί εκ νέου.
