H παράταση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή για μεγάλο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς την ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών, αλλά και την υλοποίηση των στόχων τους για πιστωτική επέκταση, επεσήμανε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας στην Επιτροπή δημοσίων επιχειρήσεων, τραπεζών, οργανισμών κοινής ωφελείας και φορέων κοινωνικής ασφάλισης της Βουλής των Ελλήνων.
Όπως ανέφερε, οι προοπτικές του τραπεζικού τομέα παραμένουν θετικές, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς οι τράπεζες είναι σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν να απορροφήσουν ενδεχόμενες διαταραχές. Ωστόσο, το ιδιαίτερα ευμετάβλητο εξωτερικό περιβάλλον δύναται να επηρεάσει τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Ελλάδα. Η άνοδος του κόστους πρώτων υλών, ενέργειας και μεταφορών αυξάνει το συνολικό κόστος παραγωγής, συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους για τις επιχειρήσεις και, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, δυσχεραίνει τη λειτουργία τους. Ταυτόχρονα, η αυξημένη αβεβαιότητα και το ενδεχόμενο υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης επηρεάζουν το επενδυτικό κλίμα και μπορεί να οδηγήσουν σε αναβολή επιχειρηματικών αποφάσεων. Επίσης, η αύξηση του πληθωρισμού περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και επηρεάζει την κατανάλωση. Συνεπώς η παράταση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς την ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών, αλλά και την υλοποίηση των στόχων τους για πιστωτική επέκταση. Παράλληλα, θα ενέτεινε τους κινδύνους κυβερνοασφάλειας και το ενδεχόμενο απότομης ανατιμολόγησης των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διεθνώς.
Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας ο κ. Στουρνάρας σημείωσε ότι παραμένουν ευνοϊκές, ωστόσο, η πρόσφατη έξαρση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας θα μετριάσει τη δυναμική της ανάπτυξης το 2026. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του σεναρίου βάσης της Τράπεζας της Ελλάδος, που αντιστοιχούν στο σενάριο βάσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας του περασμένου Μαρτίου, η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,9% το 2026 και ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 3,1%. Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος για την οικονομική δραστηριότητα είναι κυρίως καθοδικοί ενώ για τον πληθωρισμό είναι ανοδικοί και αφορούν πρωτίστως τις τρέχουσες διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις, ιδίως τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Η διάρκεια και η ένταση της σύρραξης θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης σε εγχώριο επίπεδο. Εντούτοις, η ελληνική οικονομία εμφανίζει σήμερα μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης εξωτερικών διαταραχών, χάρη στα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη, που αφορούν τον δημοσιονομικό και τον χρηματοπιστωτικό τομέα, τις μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιούνται και τη συσσωρευμένη εμπειρία από τη διαχείριση διαδοχικών κρίσεων.
Πάντως αν και η πρόοδος είναι σημαντική, δεν επιτρέπεται ο εφησυχασμός, σύμφωνα με το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κρίσιμες προκλήσεις: επίμονο πληθωρισμό σε ορισμένες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, χαμηλότερη παραγωγικότητα σε σχέση με την ευρωζώνη, επενδυτικό κενό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Σχετικά με τα επιτόκια, ο κ. Στουρνάρας τάχθηκε υπέρ της αύξησης τους αλλά… με προσεκτικό τρόπο ώστε να μην πληγεί η ανάπτυξη. Όπως ανέφερε, «σε περίπτωση σημαντικής αλλά παροδικής υπέρβασης του πληθωριστικού στόχου, η απάντηση θα πρέπει να είναι ισορροπημένη: μια προσεκτική προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής προς πιο περιοριστική κατεύθυνση είναι ικανή να περιορίσει την ένταση των δευτερογενών επιδράσεων, χωρίς να πλήξει δυσανάλογα την οικονομική δραστηριότητα.»