Στο στόχαστρο των φορολογικών ελεγκτικών αρχών βρίσκονται οι τραπεζικές καταθέσεις, καθώς, για την εφορία αποτελούν μια σχετικά εύκολη διαδικασία εντοπισμού κρυμμένων εισοδημάτων και περιπτώσεων φοροδιαφυγής.
Είναι δεδομένο πλέον, ότι σε κάθε φορολογικό έλεγχο που διεξάγεται, ταυτόχρονα ανοίγουν και οι τραπεζικοί λογαριασμοί του ελεγχόμενου. Πρέπει να σημειωθεί, δε, ότι ο έλεγχος δεν αφορά μόνο μεγάλου ύψους καταθέσεις, αλλά έχουν φτάσει υποθέσεις στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και για ποσά τάξης των 5.000 και 10.000 ευρώ, που σημαίνει ότι χρειάζεται φέτος ιδιαίτερη προσοχή.
Αντίστροφα, οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών αποτελούν το έναυσμα της διεξαγωγής φορολογικού ελέγχου, όταν από το σκανάρισμα που διενεργούν στις καταθέσεις τα δύο λογισμικά της ΑΑΔΕ, προκύψουν ύποπτες κινήσεις. Πρόκειται για το «Ειδικό Λογισμικό Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας» της ΑΑΔΕ που αναζητεί στοιχεία των τραπεζικών λογαριασμών και τα διασταυρώνει με τα δηλωθέντα εισοδήματα των φορολογικών δηλώσεων.
Όταν διαπιστωθεί ότι οι πιστώσεις στον τραπεζικό λογαριασμό είναι περισσότερες από το δηλωθέν εισόδημα για ένα ή περισσότερα έτη, τότε οι ελεγκτές της ΑΑΔΕ ζητούν και λαμβάνουν πρόσθετα στοιχεία, από το «Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών», που αφορούν στις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του ελεγχόμενου, μέχρι και για μια πενταετία πίσω, καθώς τα συγκεκριμένα έτη δεν έχουν παραγραφεί.
Στη συνέχεια, ο φορολογούμενος καλείται να εξηγήσει στην εφορία την προέλευση των τραπεζικών του καταθέσεων και να δικαιολογήσει όλα τα ποσά. Αν αποδείξει ότι τα ποσά των πιστώσεων είχαν νόμιμη προέλευση και τα έχει δηλώσει, δεν έχει πρόβλημα.
Όμως, στην περίπτωση που δεν πείσει τους ελεγκτές ότι οι νέες καταθέσεις συσχετίζονται άμεσα με χρεώσεις των τραπεζικών λογαριασμών του και από την αιτιολογία των συναλλαγών δεν προκύπτει η πηγή και η αιτία τους, ο έλεγχος κρίνει ότι προέρχονται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία και συνεπώς φορολογείται ως εισόδημα. Η φορολόγηση είναι αναδρομική που σημαίνει ότι εκτός από τον φόρο και την εισφορά αλληλεγγύης, επιβάλλονται επιπλέον πρόστιμα και προσαυξήσεις και ο «λογαριασμός» της εφορίας ανεβαίνει σημαντικά.
Οι έλεγχοι μέσω των φορολογικών δηλώσεων
Εκτός από τους έκτακτους ελέγχους των τραπεζικών καταθέσεων, η εφορία διενεργεί και τακτικούς φορολογικούς ελέγχους κάθε χρόνο, με την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων.
Πρώτοι στόχοι είναι οι φορολογούμενοι που αναγράφουν στους κωδικούς του εντύπου Ε1 διαφορετικά στοιχεία από εκείνα που κοινοποιούν στο taxisnet, τράπεζες και άλλοι φορείς, όπως και οι καταθέσεις μεγάλου ύψους.
Ειδικότερα, οι τράπεζες κοινοποιούν στην εφορία τα ακόλουθα στοιχεία, τα οποία και εμφανίζονται προσυμπληρωμένα στις φορολογικές δηλώσεις και αφορούν:
• Το ποσό των πιστωτικών και χρεωστικών τόκων καταθέσεων και repos που απέκτησε το φυσικό πρόσωπο κατά το προηγούμενο έτος, καθώς και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε, με τα στοιχεία των δικαιούχων/συνδικαιούχων, όπως όνομα επώνυμο, ΑΦΜ και ημερολογιακό έτος αναφοράς.
• Τα πλήρη στοιχεία των τραπεζικών λογαριασμών οι οποίοι εμφανίζουν ετήσια κίνηση μεγαλύτερη των 100.000 ευρώ. Ως κίνηση λαμβάνεται το σύνολο των καθαρών πιστώσεων ή χρεώσεων, όποιο είναι μεγαλύτερο και όχι το άθροισμά τους. Για τον υπολογισμό των ετήσιων συνολικών καθαρών πιστώσεων ή χρεώσεων ενός πελάτη (φορολογούμενου) λαμβάνεται υπόψη:
– τα εμβάσματα από (προς) τράπεζες, ιδρύματα πληρωμών και τα ΕΛΤΑ
– οι καταθέσεις/αναλήψεις ποσών με μετρητά ή καταθέσεις /αναλήψεις μέσω τραπεζικών/ ιδιωτικών επιταγών καθώς και
– οι μεταφορές από άλλα, πλην των δικαιούχων του λογαριασμού, πρόσωπα εντός του ιδίου οργανισμού (πιστωτικό ίδρυμα, ίδρυμα πληρωμών και ΕΛΤΑ).
– Δεν λαμβάνονται υπόψη οι αντιλογισμοί λανθασμένων καταχωρήσεων πίστωσης ή χρέωσης του λογαριασμού, καθώς και οι ανανεώσεις προθεσμιακών λογαριασμών και μεταφοράς ποσών μεταξύ λογαριασμών με κοινό δικαιούχο δε λαμβάνονται υπόψη. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στους λογαριασμούς με περισσότερους του ενός συνδικαιούχους να είναι τα ίδια πρόσωπα συνδικαιούχοι τόσο στον αποστέλλοντα όσο και στον παραλήπτη τραπεζικό λογαριασμό. Σε διαφορετική περίπτωση, η μεταφορά από λογαριασμό σε λογαριασμό με μη ταυτόσημους συνδικαιούχους μπορεί να χαρακτηριστεί από την εφορία ως… δωρεά!
• Τους τραπεζικούς λογαριασμούς καταθέσεων με συνολική αξία χαρτοφυλακίου μεγαλύτερη των 200.000 ευρώ. Τα στοιχεία που αποστέλλονται αφορούν στοιχεία χαρτοφυλακίων κινητών αξιών φυσικών προσώπων, με ημερομηνία 31/12 τόσο εκάστου έτους αναφοράς, όσο και του αμέσως προηγουμένου, χρηματικής αξίας μεγαλύτερης από 200.000 ευρώ. Σημειώνεται πως το όριο των 200.000 ευρώ υπολογίζεται σε επίπεδο φυσικού προσώπου. Δηλαδή, εάν ένας φορολογούμενους έχει περισσότερα από ένα χαρτοφυλάκια με την ίδια ή και διαφορετική σύνθεση δικαιούχων, θα πρέπει η αξία αυτών να αθροίζεται συνολικά, αφού επιμεριστεί ισόποσα στους συνδικαιούχους το υπόλοιπο του εκάστοτε χαρτοφυλακίου, προκειμένου να προσδιοριστεί εάν είναι μεγαλύτερο από το όριο των 200.000 ευρώ.
• Τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται από φυσικά πρόσωπα για τοκοχρεολυτική απόσβεση δανείων τακτικής λήξης, περιλαμβανομένων και των δεδουλευμένων και καταβληθέντων τόκων, τόκων υπερημερίας καθώς και λοιπών εξόδων ( πχ διαχείρισης).
• Τα στοιχεία των συναλλαγών με χρήση καρτών πληρωμών (χρεωστικών ή πιστωτικών) συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών ανάληψης σε ΑΤΜs.
Είναι σαφές ότι όσοι φορολογούμενοι εμπίπτουν στις κατηγορίες αυτές, ελέγχονται αυτομάτως από τις φορολογικές αρχές.
