Η ακρίβεια συνεχίζει να εντείνεται με ταχύτατους ρυθμούς, όπως αποδεικνύεται από τη νέα άνοδο, κατά 8% του εναρμονισμένου πληθωρισμού τον Μάρτιο, την οποία ανακοίνωσε η Eurostat.
Πρόκειται για την υψηλότερη άνοδο από το 1997 όταν ξεκίνησαν οι μετρήσεις της Eurostat για τα κράτη – μέλη. Ο μέσος όρος ανάμεσα στα κράτη που έδωσαν στοιχεία ήταν στο 7,5% (επίσης υψηλό από το 1997), ενώ πρόκειται για την 8η πιο ταχεία άνοδο στην Ευρωζώνη.
Στην Ελλάδα η άνοδος ήταν κατά 6,3% τον Φεβρουάριο, κατά 5,5% τον Ιανουάριο και κατά 4,4% τον Δεκέμβριο. Το βασικό δηλαδή στοιχείο είναι η συνεχής επιτάχυνση της ανόδου του εναρμονισμένου δείκτη, που έχει άλλη στάθμιση (κοινά συμφωνημένη ανά την ΕΕ για να υπάρχει συγκρισιμότητα), από τον «εθνικό» πληθωρισμό, δηλαδή από τον γενικό δείκτη τιμών που θα ανακοινωθεί από την ΕΛΣΤΑΤ στις 8 Απριλίου. Τον Μάρτιο, όταν ο εναρμονισμένος δείκτης είχε άνοδο κατά 6,3%, ο εθνικός (που έχει στάθμιση πιο «κοντά» στις εγχώριες καταναλωτικές ανάγκες και κόστη) κατέγραψε άνοδο κατά 7,2%.
Έτσι, τα νέα στοιχεία της Eurostat για τον Μάρτιο, τον πρώτο μήνα που καταγράφει την πορεία της αγοράς υπό πολεμικές συνθήκες, οδηγούν σε εθνικό δείκτη στο φάσμα του 8-9%. Η κυβέρνηση έχει ήδη αναθεωρήσει την πρόβλεψή της για τον ετήσιο πληθωρισμό, από 1% τον Δεκέμβριο σε έως 4% με βάση τα στοιχεία Μαρτίου. Και περιμένει τα νέα στοιχεία για τον εθνικό δείκτη για να κλειδώσει τον νέο προϋπολογισμό, αλλά και για να μετρήσει τις ανάγκες για παρεμβάσεις στήριξης.
Η εικόνα στην ΕΕ και οι νέοι τριγμοί που έρχονται
Ανά την ΕΕ, τα στοιχεία δείχνουν πως οι ανατιμήσεις δεν περιορίζονται μόνο στον κλάδο ενέργειας, αλλά διαχέονται όλο και πιο πολύ στα είδη διατροφής και στα βιομηχανικά αγαθά εκτός ενέργειας. Η άνοδος του δείκτη της Ευρωζώνης κατά 8% προέρχεται από άνοδο κατά 7,8% σε μη τυποποιημένα τρόφιμα (σ.σ. στο 6.2% ήταν η άνοδος τον Φεβρουάριο), κατά 44,7% στην ενέργεια (έναντι 32% τον Φεβρουάριο) και κατά 3,4% σε άλλα βιομηχανικά αγαθά (από 3,1% τον Φεβρουάριο).
Προάγγελος των ανατιμήσεων ήταν η πορεία του δείκτη τιμών παραγωγού στη βιομηχανία με επιτάχυνση της ανόδου (κατά 33,6%) τον Φεβρουάριο. Αλλά και τα στοιχεία συγκυρίας του ΙΟΒΕ και καταγράφουν πολύ μεγάλη άνοδο, κοντά στα ιστορικά υψηλά επίπεδα του 2008 των πληθωριστικών προσδοκιών μεταξύ των καταναλωτών.
H ακριβή ενέργεια στηρίζει την άνοδο του πληθωρισμού
Σε ετήσια βάση η τιμή πετρελαίου και φυσικού αερίου τον Μάρτιο εμφανίζεται ενισχυμένη κατά 44,7%.
Ο δείκτης τιμών καταναλωτή εκτινάχθηκε στο ιστορικό υψηλό 7,5% τον Μάρτιο στην Ευρωζώνη εν συγκρίσει με το 5,9% του Φεβρουαρίου. Πρόκειται για σαφώς μεγαλύτερη άνοδο από τον μέσο όρο των προβλέψεων (6,6%) των αναλυτών του Reuters, αλλά σε εναρμόνιση με τα δεδομένα των κρατών-μελών που δόθηκαν στη δημοσιότητα την προηγούμενη εβδομάδα. Οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου παραμένουν ο κύριος μοχλός που επηρεάζει τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, αφού είχαν ανέλθει 44,7% σε ετήσια βάση τον Μάρτιο σε σχέση με το 32% τον Φεβρουάριο. Οι τιμές μη επεξεργασμένων τροφίμων επίσης είχαν σοβαρή άνοδο κατά 7,8% σε ετήσια βάση τον Μάρτιο έναντι του 6,2% τον Φεβρουάριο.
Αυτά τα δύο στοιχεία αποτυπώνουν τον πόλεμο του Βλαντιμίρ Πούτιν, εφόσον Ρωσία και Ουκρανία είναι μεγάλοι εξαγωγείς ενέργειας και αγροτικών προϊόντων. Εξαιρώντας τα ευμετάβλητα στοιχεία της ενέργειας και των ανεπεξέργαστων τροφίμων, ο πληθωρισμός δείχνει να ενισχύεται πιο συγκρατημένα στο 3,2% σε ετήσια βάση τον Μάρτιο από το 2,9% τον Φεβρουάριο. Τα βιομηχανικά αγαθά, εξαιρουμένης της ενέργειας, αποδείχθηκαν κατά 3,4% ακριβότερα απ’ ό,τι πριν από ένα χρόνο, ενώ τον Φεβρουάριο το ποσοστό ήταν 3,1% σε ετήσια βάση.
Ενδεχομένως τα στοιχεία αυτά να εμπεριέχουν επιπλέον ορισμένες έμμεσες επιπτώσεις από την άνοδο πετρελαίου και φυσικού αερίου, διότι οι επιχειρήσεις μετακύλησαν το υψηλότερο κόστος παραγωγής τους στους πελάτες τους. Ο δε πληθωρισμός στις τιμές των υπηρεσιών ανήλθε στο 2,7%, από το 2,5% σε ετήσια βάση τον Φεβρουάριο.
Οι συνέπειες από την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία τροφοδοτούν μια τεράστια άνοδο των δεικτών πληθωρισμού στην Ευρωζώνη. Εντούτοις, αντιθέτως με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου παρατηρείται υπερβολική ζήτηση χάρη στην εξαιρετικά χαλαρή δημοσιονομική πολιτική, ακόμα και τώρα το μεγαλύτερο μέρος του πληθωρισμού της Ευρωζώνης εξακολουθεί να είναι παροδικό. Οι υψηλές τιμές χονδρικής στην ενέργεια και τα συνεχιζόμενα κωλύματα στην προμηθευτική αλυσίδα επί του παρόντος συντείνουν στην ανοδική πορεία των τιμών καταναλωτή.
Εάν δεν διακοπούν σχεδόν πλήρως οι εισαγωγές ενέργειας από τη Ρωσία και οι ελλείψεις σε προμήθειες από τη Νοτιοανατολική Ασία λυθούν σταδιακά, οι δείκτες πληθωρισμού στην Ευρωζώνη από τον Μάιο και μετά θα αποκλιμακώνονται. Συνεπώς η ΕΚΤ διαθέτει περισσότερο χρόνο από τη Fed για να αναδιπλωθεί ως προς τη νομισματική πολιτική της.
Ωστόσο, οι δαπάνες για την πράσινη μετάβαση και οι γενναιόδωρες δημοσιονομικές πολιτικές ενδεχομένως να διατηρήσουν ανοδική την τάση του πληθωρισμού. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, τέλος, ο πληθωρισμός κατά μέσον όρο το 2024 στην Ευρωζώνη θα διαμορφωθεί στο 2,3%.