Σε τροχιά ανόδου φαίνεται πως βρίσκεται η HELLENiQ ENERGY και στον τομέα της παροχής υπηρεσιών ηλεκτροκίνησης, όπου δραστηριοποιείται μέσω της 100% θυγατρικής της ElpeFuture.
Στόχος της δεν είναι άλλος, από την περαιτέρω ενδυνάμωση της παρουσίας της στην αγορά, με την ταυτόχρονη ανάπτυξη του δικτύου φόρτισης σε πρατήρια με φορτιστές ταχείας και υπερταχείας φόρτισης, αλλά και σε σημεία ενδιαφέροντος με δημιουργία κόμβων απλής φόρτισης. Η εταιρεία έχει θέσει ως απώτερο σκοπό να διασφαλίσει μερίδιο αγοράς που θα υπερβαίνει το 30% στην ηλεκτροκίνηση εντός της προσεχούς τετραετίας.
Μάλιστα, η ElpeFuture προωθεί δυναμικά την επέκταση του δικτύου ταχείας φόρτισης στη χώρα μας, διαθέτοντας στην αφορά περισσότερους από 70 λειτουργικούς ταχυφορτιστές ισχύος από 50 έως 150 kW, τους οποίους και έχει εγκαταστήσει σε πρατήρια καυσίμων πανελλαδικά.
Συγκεκριμένα, έχει εγκαταστήσει φορτιστές ταχείας φόρτισης (DC) σε επιλεγμένα πρατήρια ΕΚΟ / ΒΡ σε ολόκληρη την Επικράτεια, καθώς επίσης και σημαντικούς κόμβους φόρτισης AC.
Ταυτόχρονα, η εταιρεία έχει ήδη συνάψει συνεργασίες με άλλες επιχειρήσεις (B2B) για φόρτιση εταιρικών στόλων και στοχεύει στην επέκταση του δικτύου μέσω πρόσθετων συνεργασιών. Υπό αυτό το πρίσμα, ήδη περισσότερα από 250 σημεία φόρτισης ισχύος 22 kW βρίσκονται σε λειτουργία σε χώρους στάθμευσης σε μεγάλα εμπορικά κέντρα, σε δημόσιους χώρους στάθμευσης, αλλά και σε ιδιωτικούς χώρους στάθμευσης των εγκαταστάσεων του Ομίλου και σε συνεργαζόμενες επιχειρήσεις Β2Β.
Θα πρέπει να σημειωθεί πως η ElpeFuture δραστηριοποιείται ως πάροχος υπηρεσιών ηλεκτροκίνησης, φορέας εκμετάλλευσης υποδομών φόρτισης, καθώς επίσης και ως φορέας διεκπεραίωσης συναλλαγών.
Συμπληρωματικά με την εφαρμογή κινητών συσκευών ElpeFuture ChargenGo, η οποία παρέχει υπηρεσίες 24ωρης εξυπηρέτησης και συνεχώς εμπλουτίζεται, η ElpeFuture προσφέρει δυνατότητα υποστήριξης και σε εγγεγραμμένους χρήστες με παροχή RFID καρτών (καρτών με ταυτοποίηση μέσω ραδιοσυχνοτήτων). Παράλληλα, έχει υλοποιήσει συνέργειες και με εταιρείες εισαγωγών αυτοκινήτων για την παροχή RFID καρτών που φέρουν τα λογότυπα των συνεργατών.
€2 δισεκατομμύρια σε fraudulent χρήμα το α’ εξάμηνο του 2023
Σε 4,3 δισεκατομμύρια ευρώ το 2022 και σε 2 δισεκατομμύρια ευρώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2023 ανήλθε η συνολική αξία των fraudulent μεταφορών πίστωσης, άμεσων χρεώσεων, πληρωμών με κάρτα, αναλήψεις μετρητών και συναλλαγών ηλεκτρονικού χρήματος σε ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), όπως προκύπτει με βάση τα στοιχεία κοινής μελέτης που υλοποίησαν πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ). Η πλειοψηφία σε επίπεδο της διενέργειας απάτης πληρωμών από άποψη αξίας αφορούσαν σε μεταφορές πίστωσης και πληρωμές με κάρτα, ενώ οι πληρωμές με κάρτα αντιπροσώπευαν επίσης το μεγαλύτερο μέρος σε όγκο. Αντιθέτως, τα ποσοστά απάτης ήταν σημαντικά χαμηλότερα για άλλα μέσα, ιδίως για τις μεταφορές πιστώσεων.
Η έκθεση επιβεβαιώνει τον θετικό αντίκτυπο των ισχυρών απαιτήσεων ελέγχου ταυτότητας πελατών (SCA) που εισήχθησαν στο πλαίσιο της αναθεωρημένης Οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών της ΕΕ (PSD2) και των υποστηρικτικών τεχνικών προτύπων που εξέδωσε η ΕΑΤ το 2018 σε στενή συνεργασία με την ΕΚΤ. Μάλιστα, οι συναλλαγές με έλεγχο ταυτότητας SCA εμφάνισαν χαμηλότερα ποσοστά απάτης από τις συναλλαγές εκτός SCA, ειδικά για πληρωμές με κάρτα. Επιπλέον, τα ποσοστά απάτης για πληρωμές με κάρτα ήταν δέκα φορές υψηλότερα όταν το αντίστοιχο τμήμα βρισκόταν εκτός του ΕΟΧ, όπου η εφαρμογή SCA δεν απαιτείται νομικά.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ίδιας μελέτης, οι ζημίες που προκύπτουν από απάτη στις πληρωμές κατανεμήθηκαν διαφορετικά μεταξύ των κομιστών ευθύνης, ανάλογα με το μέσο ή τη χώρα. Οι περισσότερες απάτες με κάρτες (71% της συνολικής αξίας το πρώτο εξάμηνο του 2023), μαζί με μεγάλο μερίδιο απάτης μεταφοράς πίστωσης και άμεσης χρέωσης (43% και 47% αντίστοιχα) αφορούσαν διασυνοριακές συναλλαγές.
Για ποιο λόγο παραπέμπεται (εκ νέου) η Ελλάδα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Η έλλειψη πλήρους συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις συλλογής και επεξεργασίας που προβλέπονται στην οδηγία για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων αποτελεί τον λόγο για τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την Ελλάδα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προ ελάχιστων 24ώρων.
Η οδηγία αποσκοπεί στην προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, απαιτώντας τη συλλογή και την επεξεργασία των αστικών λυμάτων πριν από την απόρριψή τους στο περιβάλλον. σε αυτό το πλαίσιο, οι πόλεις και οι κωμοπόλεις υποχρεούνται να δημιουργήσουν τις απαραίτητες υποδομές για τη συλλογή και την επεξεργασία των αστικών λυμάτων τους. Τα ασύλλεκτα ή ανεπεξέργαστα λύματα μπορούν να αποτελέσουν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία και να ρυπάνουν τις λίμνες, τα ποτάμια, το έδαφος, καθώς και τα παράκτια και τα υπόγεια ύδατα.
Όπως τονίζεται, στη χώρα μας, συνολικά 153 οικισμοί παρουσιάζουν εκτεταμένες παραλείψεις συμμόρφωσης με την οδηγία, ενώ θα πρέπει να διασφαλιστεί πως υφίστανται συστήματα συλλογής λυμάτων και ότι, όταν δικαιολογείται η χρήση μεμονωμένων ή άλλων κατάλληλων συστημάτων (π.χ. σηπτικών δεξαμενών), τα εν λόγω συστήματα επιτυγχάνουν το ίδιο επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας.
Για 143 από τους προαναφερθέντες οικισμούς, η Ελλάδα εξακολουθεί να μην παρέχει δευτεροβάθμια επεξεργασία πριν από την απόρριψη των λυμάτων. Παράλληλα, σε έναν οικισμό, η χώρα μας εξακολουθεί να μην παρέχει αυστηρότερη επεξεργασία πριν από την απόρριψη λυμάτων σε ευαίσθητες περιοχές.
Προκειμένου να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της οδηγίας, η Ελλάδα θα πρέπει να κατασκευάσει νέες υποδομές σε διάφορους οικισμούς και θα χρειαστεί να αναβαθμίσει τις υφιστάμενες υποδομές σε άλλους.
Η παρούσα παραπομπή στο Δικαστήριο είναι η τέταρτη υπόθεση επί παραβάσει σχετικά με την εσφαλμένη εφαρμογή της οδηγίας για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων στην Ελλάδα, με την τρίτη υπόθεση να έχει κλείσει μόλις διασφαλίστηκε η επαρκής συλλογή και επεξεργασία των λυμάτων των πέντε σχετικών οικισμών. Σε ότι αφορά στις υπόλοιπες δύο υποθέσεις, το Δικαστήριο της Ε.Ε. επέβαλε πρόστιμα στην Ελλάδα για μη συμμόρφωση με παρόμοιες απαιτήσεις για άλλους οικισμούς.
Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με την οδηγία για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, τα κράτη-μέλη της Κοινότητας οφείλουν να διαθέτουν αποχετευτικά δίκτυα για όλους τους οικισμούς με τουλάχιστον 2.000 κατοίκους και άνω.

