Η οικονομική πίεση που ασκείται στα εγχώρια νοικοκυριά, και ιδίως στους νέους 15-29 ετών, από το αυξημένο στεγαστικό κόστος, αποτυπώνεται στα στοιχεία της Eurostat τα οποία δείχνουν ότι στην Ελλάδα καταγράφεται το υψηλότερο ποσοστό πληθυσμού, στην Ε.Ε, όπου το κόστος της στέγασης υπερβαίνει το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος του. Αυτό, πέραν των άλλων, έχει ως αποτέλεσμα οι νέοι στη χώρα μας να φεύγουν σε μεγάλη ηλικία από την γονική κατοικία, πάνω από 30 χρονών κατά μέσο όρο, καθώς αδυνατούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά στις απαιτήσεις μιας αυτόνομης διαβίωσης.
Σύμφωνα με την Eurostat για το 2024, το 8,2% του πληθυσμού της ΕΕ ζούσε σε νοικοκυριά που δαπανούσαν το 40% ή περισσότερο του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, ενώ στην Ελλάδα το εν λόγω ποσοστό έφτανε το 28,9%, δηλαδή ήταν σχεδόν 3,5 φορές υψηλότερο. Σε σύγκριση με το 2022 το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί, από 26,7% του πληθυσμού σε 28,9%, όταν στην Ε.Ε μειώθηκε από το 8,7% στο 8,2%, καθώς οι ανατιμήσεις σε ενέργεια, ενοίκια κλπ επιβάρυναν σημαντικά τα νοικοκυριά.
Οι νέοι που ζούσαν σε νοικοκυριά που δαπανούσαν το 40% ή περισσότερο του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, ανέρχονται στο 9,7% σε επίπεδο Ε.Ε, υψηλότερο κατά 1,5 εκατοστιαίες μονάδες από το γενικό ποσοστό. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Η Κροατία (2,1%), η Κύπρος (2,8%) και η Σλοβενία (3,0%) είχαν το χαμηλότερο ποσοστό επιβάρυνσης του κόστους στέγασης για τους νέους, ενώ η Ελλάδα (30,3%) και η Δανία (28,9%) είχαν μακράν το υψηλότερο. Οκτώ χώρες είχαν ποσοστά πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Σε ορισμένες από τις χώρες όπου οι νέοι τείνουν να εγκαταλείπουν νωρίτερα τη γονική κατοικία, όπως η Δανία, οι Κάτω Χώρες, η Σουηδία, η Γερμανία και η Φινλανδία, η υπερβολική επιβάρυνση του κόστους στέγασης για τους νέους είναι υψηλότερη. Οι χώρες όπου οι νέοι εγκαταλείπουν τη γονική εστία αργότερα, όπως η Κύπρος, η Κροατία και η Ιταλία, τείνουν να αναφέρουν χαμηλότερα επίπεδα υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης. Ωστόσο, στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία, παρά τον υψηλότερο μέσο όρο ηλικίας των ατόμων που εγκαταλείπουν την οικογενειακή εστία, η υπερβολική επιβάρυνση του κόστους στέγασης για τους νέους παραμένει υψηλή.
Πότε φεύγουν οι νέοι από το σπίτι
Το 2024, σε ολόκληρη την ΕΕ, η μέση ηλικία των νέων που εγκατέλειψαν τη γονική τους κατοικία —η ηλικία κατά την οποία το 50% του πληθυσμού δεν ζει πλέον σε νοικοκυριό με τους γονείς του— ήταν τα 26,2 έτη. Ωστόσο, αυτός ο μέσος όρος διέφερε μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Οι υψηλότερες μέσες ηλικίες, 30 ετών και άνω, καταγράφηκαν στην Κροατία (31,3), τη Σλοβακία (30,9), την Ελλάδα (30,7), την Ιταλία (30,1) και την Ισπανία (30,0). Αντίθετα, οι χαμηλότερες μέσες ηλικίες, όλες κάτω των 23 ετών, καταγράφηκαν στη Φινλανδία (21,4), τη Δανία (21,7), τη Σουηδία (21,9) και την Εσθονία (22,4). Η κατάσταση στις χώρες και στα δύο άκρα του φάσματος τείνει να είναι σταθερή με την πάροδο του χρόνου, γεγονός που καταδεικνύει διαφορετικές πρακτικές όσον αφορά τη συγκατοίκηση γενεών μεταξύ των χωρών της ΕΕ.
Όσον αφορά τη σχέση με το γονικό νοικοκυριό, προκύπτουν διάφορα μοτίβα όταν αναλύονται οι νέοι σε μικρότερες ηλικιακές ομάδες. Στην Κροατία, τη Σλοβακία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πολωνία, την Ελλάδα και την Ιρλανδία, οι περισσότεροι νέοι (πάνω από το 80% των ατόμων ηλικίας 16-29 ετών) ζουν με τους γονείς τους ή συνεισφέρουν/επωφελούνται από το εισόδημα του νοικοκυριού. Αυτό αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 95% των ατόμων ηλικίας 16-19 ετών, σε περισσότερο από το 85% των ατόμων ηλικίας 20-24 ετών και σε περισσότερο από το 60% (59,2% στην περίπτωση της Ιρλανδίας) των ατόμων ηλικίας 25-29 ετών. Ωστόσο, στο άλλο άκρο του φάσματος, στη Σουηδία, τη Δανία και τη Φινλανδία, λιγότερο από το 93% των 16- 19 χρονών ζουν με τους γονείς τους. Επιπλέον, στην ομάδα των ατόμων ηλικίας 20-24 ετών, λιγότερο από το 40% ζει με τους γονείς του, ενώ για την ηλικιακή ομάδα 25-29 ετών, οι χώρες αυτές έχουν τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ: 4,3% ζουν με τους γονείς τους στη Δανία, 6,4% στη Φινλανδία και 12,1% στη Σουηδία.
Το 2024, το 26,5% των νέων (ηλικίας 15-29 ετών) στην ΕΕ ζούσε σε υπερπλήρη νοικοκυριά (δηλαδή δεν διαθέταν έναν ελάχιστο αριθμό διαθέσιμων δωματίων). Το ποσοστό αυτό ήταν κατά 9,6 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το ποσοστό υπερπληθυσμού για το σύνολο του πληθυσμού (16,9%). Υπάρχουν, όμως, σημαντικές διαφορές στα ποσοστά υπερπληθυσμού μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Το 2024, στην Κύπρο, το 4,1% των νέων ζούσε σε υπερπλήρες νοικοκυριό, ενώ στη Ρουμανία το ποσοστό έφτασε το 58,3%. Περισσότεροι από τους μισούς νέους ζούσαν επίσης σε υπερπλήρη νοικοκυριά στη Λετονία και τη Βουλγαρία και πάνω από το ένα τρίτο στη Λιθουανία, την Ιταλία, τη Σλοβακία, την Πολωνία, την Κροατία και την Ελλάδα.
