Τα έξτρα έσοδα από φοροδιαφυγή κρίνουν τις παροχές του 2026

Πιερρακάκης: Αν τα μέτρα μείωσης της φοροδιαφυγής αποδώσουν περισσότερο από το αναμενόμενο, τότε τα χρήματα θα γυρίσουν πίσω στην κοινωνία

Ανοικτό, υπό όρους, άφησε το ενδεχόμενο για νέες παροχές το 2026 ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, κατά την τοποθέτηση του επί του προσχεδίου του κρατικού προϋπολογισμού στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής.

Αρχικά επεσήμανε πως τα μέτρα της ΔΕΘ για την μείωση φόρων και την υποστήριξη των εισοδημάτων καλύπτουν το σύνολο του δημοσιονομικού χώρου για το 2026, κάτι που αποτυπώνεται, όπως τόνισε, και στα μεγέθη του δείκτη πρωτογενών δαπανών που εμφανίζουν μηδενική απόκλιση σε σχέση με τα σχετικά όρια που ορίζει ο νέος δημοσιονομικός κανόνας της Ε.Ε.,

Όμως στη συνέχεια δευτερολογώντας, μετά τις τοποθετήσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης, υποστήριξε πως, «κάποια πράγματα μπορεί να αποδώσουν καλύτερα από ό,τι υπάρχει στην πρόβλεψη. Αυτό συνέβη την Τρίτη του Πάσχα. Το κάναμε. Και με πάρα πολύ μεγάλη χαρά θα το ξαναδούμε, εφόσον πολιτικές οι οποίες είναι θεμελιώδεις, όπως η ψηφιακή κάρτα ή η μείωση της φοροδιαφυγής. Αν τις δούμε να πιάνουν, να αποδίδουν περισσότερο από το αναμενόμενο – για ποιον γίνεται όλη αυτή η δουλειά – θα γυρίσουν τα χρήματα πίσω στην κοινωνία, προφανώς».

Ουσιαστικά αυτό που είπε ο κ. Πιερρακάκης είναι πως αν τα έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής υπερβούν τις έως τώρα προβλέψεις- για φέτος η εκτίμηση είναι ότι ειδικά τα έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής θα αγγίξουν τα 2,2 δις. ευρώ, ενώ το 2024 έφτασαν τα 1,7 δις. ευρώ- τότε δεν αποκλείεται να έχουμε ένα νέο πακέτο μέτρων τον Απρίλιο του 2026, μετά την οριστικοποίηση των στοιχείων για το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2025.

Απαντώντας στις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών υπερασπίστηκε την ΕΛΣΤΑΤ στο ζήτημα με τα αποθέματα του ΑΕΠ, μετά τον θόρυβο που δημιούργησε το άρθρο του Τάσου Γιαννίτση ο οποίος αμφισβητούσε τα σχετικά νούμερα, λέγοντας ότι, «μας κάλυψε πλήρως – η απάντηση της ΕΛΣΤΑΤ…Νομίζω ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο του πολιτικού κύκλου όπου δεν μπορούμε να αμφισβητούμε και τα βασικά στατιστικά που παράγει η Eurostat και η ΕΛΣΤΑΤ. Και θα έλεγα ότι η όποια συζήτηση πάνω σε αυτό η οποία ανέκυψε από τα άρθρα ήταν -και θα το πω πολύ ευγενικά από σεβασμό και στα πρόσωπα τα οποία αφορά- απόλυτα άστοχη».

Σε ό,τι αφορά τα υπερπλεονάσματα σημείωσε ότι, «μιλάμε για υπερ-πλεονάσματα όταν το πλεόνασμα στο οποίο αναφερόμαστε, είναι το πρωτογενές. Είναι πριν πληρώσουμε το χρέος. Έχουμε χρέος. Συσσωρεύσαμε χρέος. Βλέπετε το τελικό αποτέλεσμα ποιο είναι, είναι – 0,1 (σ.σ το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα). Άρα, το μάξιμουμ που μπορεί να γίνει με βάση τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας, εδώ σε αυτό το κείμενο, γίνεται. Είναι επαρκές. Απαντώ ότι ο μόνος τρόπος για να γίνει επαρκέστερο είναι το να συνεχίσουμε συστηματικά σε αυτή τη διαδρομή. Το να μπορούμε να παράγουμε πλεονάσματα, να μπορούμε να αναπτυσσόμαστε, ταυτόχρονα, πάνω από τον μέσο όρο, να είμαστε πυλώνας σταθερότητας, πολιτικής και δημοσιονομικής, και να αυξάνουμε τις επενδύσεις».

Σχετικά με τις αιτιάσεις περί χρησιμοποίησης των ταμειακών διαθεσίμων για αποπληρωμή του χρέους, ο κ. Πιερρακάκης ανέφερε ότι, «δεν μπορούμε να ζούμε σε έναν κόσμο παρεξηγήσεων. Γιατί λέτε, κακώς αποπληρώνουμε το χρέος νωρίτερα; Ταμειακά διαθέσιμα θα ήταν το χρέος εάν δεν τα αποπληρώναμε νωρίτερα. Δεν θα μας επέτρεπε ο κανόνας δαπανών να το ξοδέψουμε. Τι να τα κάναμε τα ταμειακά διαθέσιμα; Αντιθέτως, το γεγονός ότι επιλέγουμε να κάνουμε αυτό το σινιάλο, αποπληρώνοντας το πρώτο μνημόνιο στις αγορές, δείχνει μια δημοσιονομική σοβαρότητα και η Ελλάδα αυτή τη στιγμή αντικειμενικά έχει ένα ρυθμό ανάπτυξης ο οποίος είναι πολύ ψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο».

Για την χορήγηση του 13ου και 14ου μισθού υποστήριξε ότι το κόστος για τον προϋπολογισμό θα ανερχόταν στα 2,7 δισ. ευρώ ενώ ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος ήταν 1,76 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μόνο η χορήγηση του 13ου μισθού θα κόστιζε 1,35 δισ. ευρώ και πρόσθεσε: «θα δίναμε, δηλαδή, το 1,35 δισ. ευρώ από το 1,7 δισ. ευρώ μόνο για μία κίνηση. Αυτό λέγαμε. Εμείς θέλαμε να κάνουμε κάτι που θα πάει σε όλη την κοινωνία. Να αφορά και τους δημοσίους υπαλλήλους, και τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, και τους ελεύθερους επαγγελματίες, και τους αγρότες. Και κάναμε μία μεταρρύθμιση της άμεσης φορολογίας». Ακόμη επανέλαβε ότι τα χρήματα τα οποία θα πάνε στους δημοσίους υπαλλήλους το 2026 μέσα από τη μείωση της άμεσης φορολογίας, την αύξηση των αμοιβών στους ενστόλους και την ετήσια αύξηση του μισθού, θα φτάσουν το 1 δισ. ευρώ.

Τέλος, για τα οικονομικά προγράμματα του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε ότι η υλοποίηση τους περνά μέσα από την υπερ-φορολόγηση.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ