ΤτΕ: Κίνδυνοι στο δανεισμό επιχειρήσεων και στις τιμές ακινήτων

Η έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας καλεί τις τράπεζες να εφαρμόσουν συνετά πιστοδοτικά κριτήρια και λελογισμένη μερισματική πολιτική

Τη θέση για απουσία υπέρμετρης πιστωτικής επέκτασης συνολικά, αλλά απαρχή συσσώρευσης κυκλικών συστημικών κινδύνων σε επιμέρους τομείς, όπως η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, οι τιμές των οικιστικών ακινήτων και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, διατυπώνει η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που έδωσε στην δημοσιότητα η Τράπεζα της Ελλάδος.  

Επιπλέον, σημειώνεται πως τυχόν επιδείνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών ή/και απότομη προσαρμογή των αποτιμήσεων των περιουσιακών στοιχείων θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς επιδράσεις τόσο στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα όσο και στη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών σε εγχώριο επίπεδο. Συνεπώς, οι ελληνικές τράπεζες οφείλουν να εφαρμόζουν συνετά πιστοδοτικά κριτήρια, να εντείνουν τις ενέργειές τους για εξυγίανση του αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και να ακολουθούν λελογισμένη μερισματική πολιτική, με γνώμονα την ενίσχυση των κεφαλαιακών αποθεμάτων τους.

Επιπλέον, το εγχώριο μακροοικονομικό περιβάλλον αναμένεται να παραμείνει ευνοϊκό, αν και ελλοχεύουν καθοδικοί κίνδυνοι, καθώς η επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου και οι επιπτώσεις της στην ανάπτυξη της ζώνης του ευρώ θα μπορούσαν να περιορίσουν τη ζήτηση ελληνικών αγαθών και υπηρεσιών και να επηρεάσουν αρνητικά τις προοπτικές ανάπτυξης.

Ειδικότερα:

  • Οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ελλάδα παραμένουν κυρίως εξωγενείς. Η επίτευξη της εμπορικής συμφωνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ) τον Ιούλιο απέτρεψε μεν έναν εμπορικό πόλεμο, ωστόσο η αβεβαιότητα παραμένει αυξημένη και, σε συνδυασμό με την επιβολή δασμών στις ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, αναμένεται να επιβραδύνει το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης στην ΕΕ, επηρεάζοντας έμμεσα και την ελληνική οικονομία. Επίσης, η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και η έκρυθμη κατάσταση στη Μέση Ανατολή, παρά την πρόσφατη επίτευξη εκεχειρίας, συντηρούν τις γεωπολιτικές εντάσεις και τους κινδύνους κυβερνοασφάλειας. Ταυτόχρονα, ο κίνδυνος απότομης ανατιμολόγησης των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διεθνώς παραμένει εξαιρετικά υψηλός. Η επέλευση των παραπάνω κινδύνων θα μπορούσε να επηρεάσει έμμεσα το χρηματοπιστωτικό σύστημα στην Ελλάδα μέσω μείωσης των επενδύσεων και της πιστωτικής επέκτασης, αύξησης του κόστους χρηματοδότησης και επιδείνωσης της ποιότητας του δανειακού και επενδυτικού χαρτοφυλακίου.
  • Η ελληνική οικονομία συνέχισε την αναπτυξιακή της πορεία το πρώτο εξάμηνο του 2025. Ο ρυθμός αύξησης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) σε πραγματικούς όρους διαμορφώθηκε σε 2,0% σε ετήσια βάση το πρώτο εξάμηνο του 2025, με κύριους προωθητικούς παράγοντες την ιδιωτική κατανάλωση, τις καθαρές εξαγωγές και τις επενδύσεις. Επισημαίνεται ότι οι επενδύσεις αυξάνονται σταθερά από το 2019 (+60% έως το τέλος του 2024), καλύπτοντας μέρος του μεγάλου επενδυτικού κενού που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους. Ο πληθωρισμός, αν και αποκλιμακώνεται σταδιακά, παραμένει υψηλότερος από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. 
  • Η ευρωστία του ελληνικού τραπεζικού τομέα στηρίζεται σε υγιή θεμελιώδη μεγέθη. Η κερδοφορία και η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων διατηρήθηκαν σε ικανοποιητικό επίπεδο, ενώ η ποιότητα χαρτοφυλακίου βελτιώθηκε περαιτέρω. 
  • Το πρώτο εξάμηνο του 2025 οι συνθήκες ρευστότητας των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμειναν ευνοϊκές, με τις εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης να ενισχύονται περαιτέρω. Οι δείκτες ρευστότητας των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παραμένουν σε επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τις εποπτικές απαιτήσεις και από το μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών στην Τραπεζική Ένωση. 
  • Η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων βελτιώθηκε. Τον Ιούνιο του 2025 το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) σε ατομική βάση διαμορφώθηκε σε 5,8 δισ. ευρώ, μειωμένο κατά 2,4% σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2024, κυρίως λόγω εισπράξεων, πωλήσεων και διαγραφών δανείων. Το ποσοστό αυτό είναι το χαμηλότερο από την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ και έχει συγκλίνει σημαντικά με το μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών στην Τραπεζική Ένωση (Ιούνιος 2025: 2,2%). 
  • Η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμεινε ικανοποιητική. Το πρώτο εξάμηνο του 2025 οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 2,5 δισ. ευρώ, έναντι κερδών 2,4 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2024. 
  • Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμειναν σε υψηλό επίπεδο. Συγκεκριμένα, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 ratio – CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε οριακά σε 15,8% τον Ιούνιο του 2025 από 16% το Δεκέμβριο του 2024 και ο Συνολικός είκτης Κεφαλαίου (Total Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας Οκτώβριος 2025 Capital Ratio – TCR) ενισχύθηκε σε 20,4% (TCR: 19,8% το Δεκέμβριο του 2024). Ωστόσο, τον Ιούνιο του 2025 οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) ανέρχονταν σε 11,8 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 44,6% του Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1), από 47,5% το Δεκέμβριο του 2024
  • H ανάλυση των δεικτών που εξετάζει η Τράπεζα της Ελλάδος επιβεβαιώνει την εκτίμηση περί απουσίας υπέρμετρης πιστωτικής επέκτασης συνολικά, αλλά αναδεικνύει την απαρχή συσσώρευσης κυκλικών συστημικών κινδύνων σε επιμέρους τομείς, όπως η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, οι τιμές των οικιστικών ακινήτων και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών
  • Οι Διαχειριστές Πιστώσεων διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση του μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους στην Ελλάδα. Τον Ιούνιο του 2025 η συνολική αξία των υπό διαχείριση ανοιγμάτων των Διαχειριστών Πιστώσεων ανήλθε σε 94,0 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 87% αφορά ανοίγματα που διαχειρίζονται οι Διαχειριστές Πιστώσεων για λογαριασμό Αγοραστών Πιστώσεων και το υπόλοιπο 13% αφορά τη διαχείριση ανοιγμάτων για λογαριασμό πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Το σύνολο των υπό διαχείριση ανοιγμάτων τον Ιούνιο του 2025 εξακολουθούσε να αφορά κυρίως ΜΕΔ (σε ποσοστό 83%) και, σε μικρότερο ποσοστό (17%), εξυπηρετούμενα ανοίγματα. 
  • Το εγχώριο μακροοικονομικό περιβάλλον αναμένεται να παραμείνει ευνοϊκό, αν και ελλοχεύουν καθοδικοί κίνδυνοι. Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος (Σεπτέμβριος 2025), το πραγματικό ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,2% το 2025, δηλαδή με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από το μέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης, και ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 3,1% το 2025. Επιπρόσθετα, η επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και η σταθερά καθοδική πορεία του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ συμβάλλουν στη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Παράλληλα, οι άμεσες επιπτώσεις των νέων δασμών –ως αποτέλεσμα της πρόσφατης εμπορικής συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ – για την ελληνική οικονομία αναμένεται να είναι περιορισμένες, καθώς οι ΗΠΑ δεν αποτελούν βασικό εμπορικό εταίρο της χώρας. Οι κίνδυνοι είναι πιθανότερο να είναι έμμεσοι, καθώς η επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου και οι επιπτώσεις της στην ανάπτυξη της ζώνης του ευρώ θα μπορούσαν να περιορίσουν τη ζήτηση ελληνικών αγαθών και υπηρεσιών και να επηρεάσουν αρνητικά τις προοπτικές ανάπτυξης. 
  • Οι προοπτικές του ελληνικού τραπεζικού τομέα και του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι θετικές, παρά την αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον. Ο εγχώριος τραπεζικός τομέας διαθέτει ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη και είναι σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν να αντιμετωπίσει τυχόν αναταράξεις. Αυτό αντανακλάται στις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις των τραπεζών με μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, αλλά και στο ενδιαφέρον στρατηγικών επενδυτών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αύξηση της συμμετοχής της ιταλικής UniCredit στο μετοχικό κεφάλαιο της Alpha Bank σε περίπου 26%. Η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και η προώθηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων θα εμβαθύνουν τη χρηματοπιστωτική ενοποίηση, βελτιώνοντας τον επιμερισμό των κινδύνων και κινητοποιώντας αποταμιεύσεις για τη χρηματοδότηση επενδύσεων στο πλαίσιο της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης, αλλά και των αυξημένων αναγκών για αμυντικές δαπάνες. Ωστόσο, τυχόν επιδείνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών ή/και απότομη προσαρμογή των αποτιμήσεων των περιουσιακών στοιχείων θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς επιδράσεις τόσο στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα όσο και στη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών σε εγχώριο επίπεδο. Συνεπώς, οι ελληνικές τράπεζες οφείλουν να εφαρμόζουν συνετά πιστοδοτικά κριτήρια, να εντείνουν τις ενέργειές τους για εξυγίανση του αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και να ακολουθούν λελογισμένη μερισματική πολιτική, με γνώμονα την ενίσχυση των κεφαλαιακών αποθεμάτων τους.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ