ΚΕΠΕ: Αύξηση του εισοδήματος, όχι όμως με υψηλό ρυθμό

Σύμφωνα με την έκθεση, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αποτελεί βασικό ανασχετικό παράγοντα της ανάπτυξης

Αν και η άνοδος του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος είναι συνεχής, εντούτοις ο ρυθμός βελτίωσης δεν είναι αρκετά υψηλός για την αποκατάσταση των απωλειών κυρίως της μνημονιακής περιόδου, επισημαίνει η έκθεση του ΚΕΠΕ για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας στο τέλος του 2025, η πρώτη υπό τον νέο πρόεδρο και επιστημονικό διευθυντή του Κέντρου, Παναγιώτη Ε. Πετράκη.

Σύμφωνα με την έκθεση, η ελληνική οικονομία κινείται σε σταθερή τροχιά ανάπτυξης, με τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ να ανέρχεται στο 2% το γ΄ τρίμηνο του 2025 και την πρόβλεψη για το σύνολο του έτους να διαμορφώνεται στο 2,1%. Η ανάπτυξη τροφοδοτείται από την ιδιωτική κατανάλωση και την ενίσχυση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, υποβοηθούμενων από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και το Ταμείο Ανάκαμψης. Για πρώτη φορά εντοπίζεται ένας ιδιαίτερος προωθητικός ρόλος των επενδύσεων σε σχέση με την κατανάλωση.

Τα δημοσιονομικά μεγέθη βελτιώνονται εντυπωσιακά, με το πρωτογενές πλεόνασμα να εκτιμάται στα 5,27 δισ. ευρώ για το 2025 και το δημόσιο χρέος να αποκλιμακώνεται από 145,9% του ΑΕΠ το 2025 σε 138,2% το 2026. Παράλληλα, εξαγγέλθηκαν πρόωρες αποπληρωμές δανείων του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες, ακόμα και εάν προέρχονται από τα διαθέσιμα του ESM, στηρίζονται στη βελτίωση της δημοσιονομικής ισορροπίας.

Οι πληθωριστικές πιέσεις επιμένουν (τρόφιμα και υπηρεσίες), ενώ τα ενοίκια κατέγραψαν υψηλή αύξηση το α΄ εξάμηνο του 2025. Συνολικά, σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, θα διατηρηθούν στα αναμενόμενα επίπεδα γύρω στο 2,5%.

Η άνοδος του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος είναι συνεχής, αλλά ο ρυθμός βελτίωσης δεν είναι αρκετά υψηλός για την αποκατάσταση των απωλειών κυρίως της μνημονιακής περιόδου. Συνεπώς, η καταναλωτική εμπιστοσύνη δείχνει αρνητική εξέλιξη, η οποία όμως εκτιμάται ότι θα ανακάμψει από τα ενισχυτικά δημοσιονομικά μέτρα που θα ενεργοποιηθούν το 2026, αλλά και από την αναμενόμενη αύξηση του μισθολογικού κόστους.

Στην αγορά εργασίας, η ανεργία μειώθηκε στο 8,6% αλλά παραμένουν ζητήματα που σχετίζονται με την αναντιστοιχία δεξιοτήτων.

Στο εξωτερικό ισοζύγιο, καταγράφεται βελτίωση λόγω της μείωσης των τιμών καυσίμων και της ανόδου του τουρισμού, όμως οι εξαγωγές αγαθών αντιμετωπίζουν αβεβαιότητες, παρόλο που είναι εξαιρετικά ανθεκτικές. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αποτελεί βασικό ανασχετικό παράγοντα της ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή, οι Ξένες Άμεσες Επενδύσεις είναι ξανά ισχυρές, όπως είναι σαφής και η αναζωογόνηση της θέσης της ελληνικής βιομηχανίας στο παραγωγικό σύστημα της χώρας.

Σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, οι κυριότεροι κίνδυνοι για το μέλλον αφορούν τη γεωπολιτική αστάθεια, την κλιματική αλλαγή, το δημογραφικό πρόβλημα και τις μεγάλες παγκόσμιες ανισορροπίες χρέους.

Ιδιαίτερα σημαντική, όμως, είναι και η διατήρηση της οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας και βεβαίως της κοινωνικής συνοχής και ευημερίας, η οποία δοκιμάζεται κυρίως από τις επιπτώσεις της μνημονιακής περίοδου και τις πολυκρίσεις που ακολούθησαν. Σύμφωνα με την έκθεση, η αποτίμηση της αποτελεσματικότητας της οικονομικής πολιτικής πρέπει να γίνεται με βάση την πρόοδο που επιτελείται και όχι με το πόσο απέχουμε από τα προ κρίσης επίπλαστα επίπεδα ευημερίας (δανεισμός). Παρ’ όλα αυτά, είναι πολύ φυσικό οι πολίτες να θέτουν τα επίπεδα αυτά ως στόχους και η οικονομική πολιτική να επιδιώκει να τα προσεγγίσει αυτή την φορά όμως με υγιή τρόπο (επενδύσεις, παραγωγικότητα).

Η αναδιοργάνωση των διαρθρωτικών ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά τη λήξη της μετα-Covid αναπτυξιακής παρέμβασης του Ταμείου Ανάπτυξης θα σχετιστεί με την αντιμετώπιση των ευρωπαϊκών προβλημάτων ανταγωνιστικότητας και εκτιμάται ότι η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί μέσω και της οργάνωσης του νέου οδικού χάρτη παρεμβάσεων (διεύθυνση Eurogroup) για την αντιμετώπιση των μείζονων προβλημάτων της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ