Η αρχική εκτίναξη του πληθωρισμού λόγω του πολέμου στον Περσικό κόλπο, είναι πολύ πιθανόν να ακολουθηθεί από ένα δευτερογενές κύμα πληθωριστικών πιέσεων σε αγαθά και υπηρεσίες το οποίο θα είναι πιο παρατεταμένο και πιο επιζήμιο, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει τεχνικό σημείωμα που εκπονήθηκε από τις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και συζητήθηκε στο χθεσινό Eurogroup.
Όπως σημειώνεται, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή πυροδότησε ένα ακόμη παγκόσμιο σοκ στις ενεργειακές τιμές, το οποίο αλλάζει σημαντικά τις προοπτικές του πληθωρισμού στην ευρωζώνη.
Η σύγκριση με το 2022
Ενώ οι συγκρίσεις με την περίοδο 2021-2022 είναι αναπόφευκτες, υπάρχουν ωστόσο διαφορές. Όσον αφορά το ενεργειακό σοκ, και οι δύο πολεμικές συγκρούσεις οδήγησαν σε αύξηση των τιμών τόσο του πετρελαίου όσο και του φυσικού αερίου. Ωστόσο, η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα που δημιουργήθηκε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία απαιτούσε τη λήψη διαρθρωτικών μέτρων για τη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα. Αυτή η αντίδραση περιελάμβανε κυρίως τη διαφοροποίηση στον εφοδιασμό με φυσικό αέριο, τόσο γεωγραφικά όσο και ανά τύπο αερίου, με την «είσοδο» στην αγορά του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Επίσης, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν σχεδόν διπλασιαστεί τις τελευταίες εβδομάδες, παραμένουν πολύ κάτω από τα επίπεδα του 2022. Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες νιώθουν μικρότερη πίεση να μετακυλίσουν την αύξηση του κόστους στις λιανικές τιμές. Ακόμη, σε σύγκριση με το 2022, οι αγορές εργασίας δεν είναι τόσο «σφικτές», ενώ και οι απαιτήσεις για υψηλότερους μισθούς είναι πιο συγκρατημένες. Επίσης, η καταναλωτική ζήτηση δεν έχει την ίδια ορμή όπως συνέβη μετά το lockdown και τα ισχυρά δημοσιονομικά κίνητρα που δόθηκαν τότε, γεγονός που περιορίζει τη διάθεση των επιχειρήσεων να αυξήσουν τις τιμές. Ωστόσο, οι απώλειες αγοραστικής δύναμης που προκαλούνται από το σοκ των τιμών της ενέργειας θα μπορούσαν να προκαλέσουν υψηλότερες μισθολογικές απαιτήσεις.
Δευτερογενείς πληθωριστικές επιδράσεις
Ο άμεσος αντίκτυπος του ενεργειακού σοκ θα οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του πληθωρισμού φέτος, αν και σε χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με το 2022. Όμως προοδευτικά θα αρχίσουν να φαίνονται οι έμμεσες επιπτώσεις στον πληθωρισμό, οι οποίες προκύπτουν από το υψηλότερο κόστος εισροών κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού. Οι αυξήσεις στον πυρήνα του πληθωρισμού, ιδίως στις υπηρεσίες, αναμένεται επομένως να γίνουν ορατές πιο αργά αλλά θα έχουν και μεγαλύτερη διάρκεια. Οι τιμές των τροφίμων είναι επίσης πιθανό να αυξηθούν λόγω του υψηλότερου κόστους τόσο των ενεργειακών όσο και των μη ενεργειακών εισροών, ιδίως των λιπασμάτων.
Η αλληλεπίδραση μεταξύ του νέου σοκ στις τιμές της ενέργειας και των τρεχουσών οικονομικών συνθηκών κινδυνεύει να ενισχύσει τις ανοδικές πληθωριστικές πιέσεις μέσω δευτερογενών επιδράσεων. Αυτές οι συνθήκες σχετίζονται κυρίως με την υψηλή, ακόμη, παρατηρούμενη αύξηση των μισθών και το γεγονός ότι έχουν αυξηθεί σημαντικά οι βραχυπρόθεσμες προσδοκίες των νοικοκυριών για τον πληθωρισμό. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί ένα πιο εύφορο έδαφος για την αποσταθεροποίηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό μακροπρόθεσμα, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει υψηλότερες μισθολογικές απαιτήσεις και να ωθήσει τις επιχειρήσεις να μετακυλίσουν τις αυξήσεις του κόστους στους καταναλωτές πιο εύκολα και γρήγορα. Ο πληθωρισμός θα επηρεαστεί, επίσης, από τα μέτρα πολιτικής που εφαρμόζονται από τις εθνικές κυβερνήσεις για τον μετριασμό του αντίκτυπου των αυξημένων τιμών της ενέργειας στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το 2022, τα ενεργειακά μέτρα που εφαρμόστηκαν τότε ήταν σε μεγάλο βαθμό μη στοχευμένα και είχαν σημαντικό δημοσιονομικό κόστος, ενώ παράλληλα ενίσχυσαν τη ζήτηση ενέργειας και, ως εκ τούτου, τις πληθωριστικές πιέσεις.
Υψηλή αβεβαιότητα
Οι οικονομικές προοπτικές εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από υψηλή αβεβαιότητα. Οι συνεχιζόμενες στρατιωτικές συγκρούσεις, ιδίως στην Ουκρανία, παραμένουν μια συνεχής πηγή γεωπολιτικής αβεβαιότητας, ενώ οι ισχυρισμοί των ΗΠΑ σχετικά με την προσάρτηση της Γροιλανδίας αποτελούν ένδειξη της απρόβλεπτης φύσης των εντάσεων που αναδύονται. Ενώ η αβεβαιότητα στην εμπορική πολιτική έχει κάπως μειωθεί, μετά την εμπορική συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ το καλοκαίρι του 2025, παραμένει ωστόσο αυξημένη. Η υλοποίηση οποιουδήποτε από αυτούς τους κινδύνους θα μπορούσε από τη μία να αυξήσει τον πληθωρισμό μέσω των υψηλότερων τιμών σε βασικά εμπορεύματα, ενώ από την άλλη θα επιβάρυνε το κλίμα περιορίζοντας την κατανάλωση και τις επενδύσεις, κατάσταση που θα ήταν αποπληθωριστική. Επίσης, τα σενάρια «αποπαγκοσμιοποίησης» είναι ιδιαίτερα επιβλαβή για την ευρωζώνη λόγω του ανοιχτού της χαρακτήρα και της εξάρτησής της από τις εισαγωγές βασικών αγαθών και αναμένεται να έχουν στασιμοπληθωριστικές επιπτώσεις.
Εν τω μεταξύ, οι υψηλότερες δαπάνες για την άμυνα στην Ευρώπη ενδέχεται να ασκήσουν δυνητικά ανοδική επίδραση στον πληθωρισμό αλλά και στην οικονομική δραστηριότητα, αν και ο πραγματικός αντίκτυπος θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες. Τέλος, άλλοι κίνδυνοι που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, θα μπορούσαν να επιδράσουν σημαντικά στην οικονομική δραστηριότητα και τις τιμές.
