Τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης το οποίο ενσωματώνει ευρωπαϊκές οδηγίες που αφορούν τα δικαιώματα των καταναλωτών στην καταναλωτική πίστη. Όμως από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του νομοσχεδίου υπάρχουν σημαντικές εξαιρέσεις. Ειδικότερα εξαιρούνται:
α) οι συμβάσεις πίστωσης που εξασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτου,
β) οι συμβάσεις πίστωσης σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση ή διατήρηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί εγγείου ιδιοκτησίας ή επί υπάρχοντος ή υπό κατασκευή κτιρίου, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων για εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική χρήση,
γ) οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μεγαλύτερο των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, με την επιφύλαξη της παρ. 4,
δ) οι συμβάσεις πίστωσης που χορηγούνται από εργοδότες στους εργαζομένους τους ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, είτε άτοκα είτε με συνολικά ετήσια ποσοστά επιβάρυνσης, τα οποία είναι χαμηλότερα από εκείνα που επικρατούν στην αγορά και τα οποία δεν προσφέρονται στο ευρύ κοινό,
ε) οι συμβάσεις πίστωσης, οι οποίες συνάπτονται με επιχειρήσεις επενδύσεων κατά την έννοια της υποπερ. α) της περ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14) ή με πιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια του σημείου 1 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 176), με σκοπό την παροχή της δυνατότητας σε επενδυτή να διενεργήσει συναλλαγή όσον αφορά ένα ή περισσότερα από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που απαριθμούνται στο Τμήμα Γ΄ του Παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018, όταν η επιχείρηση επενδύσεων ή το πιστωτικό ίδρυμα που χορηγεί την πίστωση συμμετέχει στην εν λόγω συναλλαγή,
στ) οι συμβάσεις πίστωσης που απορρέουν από διακανονισμό που επιτεύχθηκε ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής,
ζ) οι συμβάσεις μίσθωσης ή χρηματοδοτικής μίσθωσης στις οποίες ούτε η ίδια η σύμβαση ούτε τυχόν άλλη αυτοτελής σύμβαση ορίζουν υποχρέωση ή δικαίωμα αγοράς του αντικειμένου της σύμβασης,
η) οι συμβάσεις πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών με πίστωση του τιμήματος στις οποίες σωρευτικά και με την επιφύλαξη της παρ. 3:
ηα) η πίστωση προσφέρεται από τον ίδιο τον προμηθευτή αγαθών ή τον πάροχο και όχι από τρίτο, ηβ) το τίμημα καταβάλλεται άτοκα και χωρίς άλλες επιβαρύνσεις, εκτός από την καταβολή του νόμιμου τόκου υπερημερίας σε περίπτωση υπερημερίας, ηγ) το τίμημα εξοφλείται στο σύνολό του εντός πενήντα (50) ημερολογιακών ημερών από την παράδοση του αγαθού ή την παροχή της υπηρεσίας,
θ) οι συμβάσεις πίστωσης με τις οποίες συμφωνείται η εξόφληση υπάρχουσας οφειλής σε μεταγενέστερο χρόνο, χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση,
ι) οι συμβάσεις πίστωσης στο πλαίσιο των οποίων ο καταναλωτής υποχρεούται να χορηγήσει ενέχυρο στον πιστωτικό φορέα και η ευθύνη του περιορίζεται αποκλειστικά στο εν λόγω ενέχυρο,
ια) οι συμβάσεις πίστωσης που: ιαα) χορηγούνται σε περιορισμένο κοινό, βάσει νόμου, για σκοπούς κοινής ωφελείας, και ιββ) είναι άτοκες ή έχουν χρεωστικό επιτόκιο χαμηλότερο από αυτό που επικρατεί στην αγορά ή άλλους όρους, οι οποίοι είναι πιο ευνοϊκοί για τον καταναλωτή από αυτούς που επικρατούν στην αγορά,
ιβ) οι συμβάσεις πίστωσης που είναι σε ισχύ την 20ή.11.2026, με την επιφύλαξη των παρ. 1 και 2 του άρθρου 64.
3. Κατά παρέκκλιση της περ. η) της παρ. 2, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος οι συμβάσεις πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών με πίστωση του τιμήματος, οι οποίες συνάπτονται από απόσταση κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2251/1994 (Α΄ 191), από προμηθευτές αγαθών ή παρόχους υπηρεσιών που αποτελούν επιπρόσθετα παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών κατά την έννοια της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 81/2018 (Α΄ 151), οι οποίοι δεν είναι πολύ μικρές, μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις κατά την έννοια της Σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (L 124) εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πίστωση δεν παρέχεται από τρίτον, ούτε τρίτος αποκτά τις απαιτήσεις από τη σύμβαση πίστωσης, β) το τίμημα καταβάλλεται άτοκα και χωρίς άλλες επιβαρύνσεις, εκτός από την καταβολή του νόμιμου τόκου υπερημερίας σε περίπτωση υπερημερίας και γ) το τίμημα εξοφλείται στο σύνολό του εντός δεκατεσσάρων (14) ημερολογιακών ημερών από την παράδοση του αγαθού ή την παροχή της υπηρεσίας.
4. Κατά παρέκκλιση της περ. γ) της παρ. 2, ο παρών νόμος εφαρμόζεται και σε συμβάσεις πίστωσης με συνολικό ποσό πίστωσης μεγαλύτερο των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, που δεν εξασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτου, όταν σκοπός των εν λόγω συμβάσεων πίστωσης είναι η ανακαίνιση ακινήτου που προορίζεται για κατοικία.
5. Στις συμβάσεις πίστωσης υπό μορφή υπέρβασης του πιστωτικού ορίου εφαρμόζονται μόνο τα άρθρα 2 έως 4, 21, 22 έως 27, 33, 40, 44, 45, 53 έως 56, το άρθρο 57, εκτός της παρ. 2, τα άρθρα 58 έως 60 και 63 έως 65.
6. Στις συμβάσεις πίστωσης μεταξύ πιστωτικού φορέα και καταναλωτή, με τις οποίες ρυθμίζονται υφιστάμενες συμβάσεις σε σχέση με τον χρόνο ή τον τρόπο εξόφλησης, στην περίπτωση που ο καταναλωτής βρίσκεται ήδη ή είναι πιθανόν να περιέλθει σε υπερημερία ως προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην αρχική σύμβαση πίστωσης, εφαρμόζονται μόνο τα άρθρα 2 έως 4, 7, 8, 11, 12, 25 έως 28, οι περ. α) έως η), ιβ) και ιη) του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 και η παρ. 3 του άρθρου 29, τα άρθρα 31, 33, 36 έως 52, 54 έως 60 και 63 έως 65, υπό την προϋπόθεση ότι: α) η ρύθμιση είναι πιθανόν να αποτρέψει τυχόν νομικές διαδικασίες λόγω υπερημερίας του καταναλωτή, β) ο καταναλωτής δεν υπόκειται, με τη σύναψη της ρύθμισης, σε λιγότερο ευνοϊκούς όρους από τους προβλεπόμενους στην αρχική σύμβαση πίστωσης.