Real Estate: Η Ελλάδα γίνεται το νέο El Dorado για ξένα funds και εταιρείες “πρόσφυγες” από τη Μ. Ανατολή

Ξένα κεφάλαια, μετεγκαταστάσεις πολυεθνικών και νέα οικιστικά projects μεταμορφώνουν την Αθήνα, απειλώντας τον παραδοσιακό κοινωνικό της ιστό

Αν περπατήσει κανείς σήμερα στους δρόμους της Αθήνας, του Πειραιά ή επισκεφθεί τα μεγάλα τουριστικά και αστικά κέντρα της χώρας, θα αντικρίσει ένα πυκνό δάσος από σκαλωσιές. Η οικοδομική δραστηριότητα ζει ημέρες δόξας που θυμίζουν την περίοδο προ των Ολυμπιακών Αγώνων, γεγονός που παραδοσιακά μεταφράζεται ως ο πιο αδιάψευστος δείκτης μιας ακμαίας οικονομίας. Όμως, πίσω από τους γερανούς, τα εργοτάξια και τις εντυπωσιακές μακέτες, συντελείται μια ριζική, σχεδόν αθόρυβη μετάλλαξη του ελληνικού real estate.

Ένα ιδιότυπο «El Dorado» έχει γεννηθεί. Μόνο που αυτή τη φορά, η ανάπτυξη δεν οδηγείται από την παραδοσιακή ελληνική μικρομεσαία αποταμίευση, αλλά τροφοδοτείται σχεδόν αποκλειστικά από γεωπολιτικές ανακατατάξεις, νέα επιχειρηματικά μοντέλα, προγράμματα όπως η Golden Visa και, φυσικά, τα ξένα κεφάλαια. Αυτό το μείγμα αλλάζει τον χάρτη της ιδιοκτησίας και, το κυριότερο, ίσως αλλάξει για πάντα τον τρόπο που ζούμε στις πόλεις μας.

Όταν το σούπερ μάρκετ μετατρέπεται σε κατασκευαστή

Το πόσο ελκυστική και προσοδοφόρα έχει γίνει η κτηματαγορά αποδεικνύεται περίτρανα από την είσοδο παραγόντων που ιστορικά ουδεμία σχέση είχαν με τον κλάδο των κατασκευών. Το πιο ηχηρό παράδειγμα προέρχεται από το λιανεμπόριο και την αλυσίδα σούπερ μάρκετ Μασούτης. Στην περιοχή «Τρεις Γέφυρες» της Αθήνας, η εταιρεία υλοποιεί μια στρατηγική επένδυση ύψους 35 εκατ. ευρώ με ένα εντελώς καινοτόμο μοντέλο. Πάνω από το νέο, υπερσύγχρονο κατάστημα των 1.500 τ.μ., ανεγείρονται δύο πολυκατοικίες που θα στεγάσουν 113 διαμερίσματα. Η λιανική πώληση συναντά την οικιστική ανάπτυξη, αποδεικνύοντας ότι η ακραία «δίψα» για στέγη γεννά νέες πηγές εσόδων και βέλτιστης αξιοποίησης γης για τους μεγάλους ομίλους.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο λεκανοπέδιο. Τα μεγάλα έργα υποδομής εκτός Αθηνών λειτουργούν ως ισχυροί πολλαπλασιαστές αξίας. Η κατασκευή του νέου Διεθνούς Αεροδρομίου στο Καστέλι της Κρήτης, για παράδειγμα, λειτουργεί ήδη ως μαγνήτης για διεθνή επενδυτικά σχήματα. Τεράστιες παρθένες εκτάσεις (greenfield investments) στην ενδοχώρα και τα νότια του νησιού αγοράζονται μαζικά για τη δημιουργία πολυτελών, ESG-πιστοποιημένων resorts. Το αποτέλεσμα είναι η κατακόρυφη εκτόξευση των αξιών γης σε δυσθεώρητα επίπεδα, βγάζοντας πρακτικά εκτός αγοράς τον μέσο Έλληνα αγοραστή.

Ελληνικό: Η νέα «πόλη μέσα στην πόλη»

Στην κορυφή αυτής της πυραμίδας των μεταμορφώσεων δεσπόζει το εμβληματικό έργο στο Ελληνικό. Η Lamda Development υλοποιεί εκεί τη μεγαλύτερη αστική ανάπλαση στην Ευρώπη, δημιουργώντας μια «πόλη μέσα στην πόλη» που φιλοδοξεί να επανασυστήσει την Αθήνα στην παγκόσμια ελίτ των επενδυτικών προορισμών. Με επίκεντρο το Μητροπολιτικό Πάρκο των 2.000 στρεμμάτων —το οποίο θα αποτελέσει έναν από τους μεγαλύτερους πνεύμονες πρασίνου παγκοσμίως— την αναβάθμιση του παραλιακού μετώπου και την ανέγερση αρχιτεκτονικών τοποσήμων όπως ο Riviera Tower, το Ελληνικό δεν είναι απλώς ένα οικιστικό ή εμπορικό project.

Είναι ένας καταλύτης που μετατοπίζει το κέντρο βάρους της πρωτεύουσας προς τη θάλασσα. Μέσα από τη δημιουργία πρότυπων γειτονιών όπως η “Little Athens”, το έργο εισάγει ένα νέο μοντέλο σύγχρονης διαβίωσης που συνδυάζει την τεχνολογία, την αειφορία και την πολυτέλεια. Πρόκειται για μια επένδυση που προσφέρει στην αθηναϊκή ριβιέρα τη διεθνή λάμψη που της αναλογεί, αναβαθμίζοντας συνολικά το brand name της Ελλάδας στον παγκόσμιο χάρτη του real estate.

Η γεωπολιτική σκακιέρα: Από τη Μέση Ανατολή στον Πειραιά

Την ίδια στιγμή, οι εξωγενείς παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος, η ανασφάλεια και η ευρύτερη αστάθεια στη Μέση Ανατολή έχουν μετατρέψει την Ελλάδα σε ένα πολύτιμο, ασφαλές ευρωπαϊκό καταφύγιο (safe haven). Η χώρα μας δεν προσελκύει πια μόνο τουρίστες, αλλά βρίσκεται σταθερά στο ραντάρ επιχειρηματικών κολοσσών που αναζητούν μια νέα, σταθερή βάση με άμεση πρόσβαση στον Αραβικό Κόλπο και την Ευρώπη.

Εδώ, ο ρόλος των μεγάλων, εξωστρεφών ελληνικών εταιρειών ανάπτυξης είναι απολύτως κομβικός. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της αγοράς, η εισηγμένη Dimand —η οποία έχει ήδη βάλει την υπογραφή της σε εμβληματικές αστικές αναπλάσεις όπως ο Πύργος του Πειραιά και το ιστορικό Μινιόν— βρίσκεται σε προχωρημένες συζητήσεις για την πιθανή μετεγκατάσταση δύο μεγάλων πολυεθνικών από το Ντουμπάι. Πρόκειται για μια εταιρεία κολοσσό στα πετροχημικά και ένα ισχυρό hedge fund, οι οποίες εξετάζουν σοβαρά τη μεταφορά της έδρας τους στον Πειραιά.

Είναι κρίσιμο να αποσαφηνιστεί πως οι εταιρείες ανάπτυξης δεν ευθύνονται φυσικά για το πρόβλημα της στεγαστικής ακρίβειας. Αντιθέτως, κάνουν άριστα τη δουλειά τους: «διαβάζουν» σωστά το διεθνές momentum, αναβαθμίζουν το γερασμένο κτιριακό απόθεμα και προσελκύουν ξένες άμεσες επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας που η εθνική οικονομία έχει ζωτική ανάγκη.

Οικιστικά projects, Affordable Housing και η «ψυχή» της Αθήνας

Παρόλα αυτά, αυτή η βίαιη παγκοσμιοποίηση της αγοράς ακινήτων φέρνει την Αθήνα αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή κρίση ταυτότητας. Ένα από τα πλέον ενδεικτικά έργα της νέας εποχής δρομολογείται από την Dimand στην περιοχή του Ελαιώνα, με την προοπτική να μεταβιβαστεί σε ξένο fund που εξειδικεύεται στο Affordable Housing (Προσιτή Κατοικία). Στην πραγματικότητα, ο όρος αυτός αφορά το μοντέλο “Build-to-Rent”. Πρόκειται για την κατασκευή ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων τα οποία διαχειρίζονται κεντρικά από θεσμικούς επενδυτές, προσφέροντας κατοικίες για μακροχρόνια ενοικίαση με αυστηρούς, εταιρικούς κανόνες διαχείρισης.

Και εδώ ακριβώς γεννάται το μεγάλο κοινωνικό και πολεοδομικό ερώτημα: Η Αθήνα ανέκαθεν διακρινόταν για την ιδιαίτερη –έστω και άναρχη, για πολλούς χαώδη– οικιστική της φιλοσοφία. Η κλασική αθηναϊκή πολυκατοικία, αν και λοιδωρήθηκε επί δεκαετίες, υπήρξε ένα εξαιρετικά ανθεκτικό και ζωντανό κύτταρο κοινωνικοποίησης. Ήταν το κτίριο των μικτών χρήσεων, όπου η κατοικία, το μικρό εμπορικό κατάστημα στο ισόγειο, το δικηγορικό ή ιατρικό γραφείο στον πρώτο όροφο συνυπήρχαν αρμονικά, δίνοντας αδιάκοπο παλμό, ασφάλεια και ζωή στη γειτονιά.

Καθώς λοιπόν η κτηματαγορά ομογενοποιείται και στρέφεται σε μεγάλα, οργανωμένα, εταιρικά και συχνά «αποστειρωμένα» οικιστικά blocks που ανήκουν σε απρόσωπα funds, ο κίνδυνος είναι προφανής. Αν η Αθήνα χάσει τον μοναδικό, πολύβουο χαρακτήρα της, μετατρεπόμενη σε μια ακόμα τυποποιημένη ευρωπαϊκή μεγαλούπολη του πανάκριβου real estate, θα γίνει ταυτόχρονα και μια πόλη πολύ πιο σκληρή και δύσκολη να τη ζήσει ο μέσος πολίτης. Η πρόκληση, πλέον, για την πολιτεία, τους επενδυτές και την κοινωνία, δεν είναι απλώς το αν θα χτίσουμε, αλλά το πώς θα καταφέρουμε να διατηρήσουμε τον κοινωνικό ιστό της πόλης ζωντανό και συμπεριληπτικό, ανάμεσα στο νέο, πολυτελές τσιμέντο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ