Ο χώρος της τέχνης και της επιστήμης αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο πεδίο για τις πολεμικές στρατηγικές του κάθε κράτους. Είναι δύσκολο να πει κανείς αν πρέπει να μπει στην άκρη μια ολόκληρη επιστημονική, καλλιτεχνική ή φοιτητική κοινότητα λόγω της πολιτικής, ή μάλλον στην περίπτωση της Ρωσίας, ακραία επιθετικής στάσης απέναντι στην Ουκρανία.
Όταν οι κρατικοί πολιτιστικοί φορείς στηρίζουν και καθορίζουν την λειτουργία των καλλιτεχνικών έργων, δομών και κυρίως οργανισμών, και το ίδιο κάνουν τα ακαδημαϊκά ιδρύματα, από όπου προέρχονται κατά βάση οι ομάδες των επιστημόνων, στα πανεπιστημιακά σώματα, όλα είναι σχεδόν “φύσει” αλληλένδετα όταν μιλάμε για δημόσιο άρα χρηματοδοτούμενο από το κράτος.
Είναι δυστυχώς μεγάλο θέμα το να παραμείνουν οι συγκεκριμένοι θεσμοί αυτόνομοι και πέρα από κάθε σφαίρα επιρροής όταν άτομα που τοποθετούνται εκεί μέσα είναι στην ουσία στην καλύτερη περίπτωση φιλοκυβερνητικοί.
Σε αυτό όμως δεν φταίει η καλλιτεχνική κοινότητα (αμιγώς) όσο η ίδια η δομή της εξουσίας που έχει καταφέρει να μοιράσει τα πράγματα στο όνομα της, εκείνοι που της έχουν επιτρέψει να είναι έτσι όπως είναι και οι άλλοι που παίζουν το παιχνίδι της γνωρίζοντας ότι όλα καθορίζονται από ένα πράγμα.
Το ιδανικό θα ήταν να μην εξαρτιόταν, ωστόσο, η συνέχεια μιας παράστασης ή η εξέλιξη ενός ερευνητικού έργου, ακόμη και η διατήρηση μιας επιστημονικής σύμπραξης από τις θεσμικές διατάσεις μιας κυβερνητικής ομάδας.
Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και επομένως έχουμε φτάσει να αντιμετωπίζουμε αμφίδρομες καταστάσεις που οδηγούν στην κλασική διάσταση απόψεων περί ανεξαρτησίας, ιερού και άθικτου, ρομαντικοποιώντας και μπερδεύοντας συγχρόνως τα ιδεώδη με “άλλα λόγια να αγαπιόμαστε”.
Η τέχνη καθ’ αυτή όπως και η επιστήμη είναι δύο αντικείμενα που μπορούν μεν να ασκήσουν πολιτική, αλλά υπάρχουν και δημιουργούνται από ανθρώπους που στις χαμηλότερες ομάδες που την απαρτίζουν σαφώς δεν είναι απαραίτητα υπέρ ενός πολέμου και μιας πολιτικής. Ζουν από αυτήν και μάλιστα χρεώνονται για αυτήν, ένα κριτήριο που πρέπει να ληφθεί υπόψη όταν γίνονται διαγραφές από έναν κόσμο όπως ο καλλιτεχνικός και ο πανεπιστημιακός.
Μια διέξοδος για όσους χάνουν μια θέση στον χώρο εξαιτίας πολιτικών παραγόντων που δεν ελέγχουν οι ίδιοι, δηλαδή μιας παραγωγής όπου χορηγός είναι ένα βίαιο απολυταρχικό κράτος -ένα στοιχείο αρκετά σημαντικό για ενδεχόμενη προπαγάνδα που μπορεί να ασκηθεί στο μέλλον μέσω άλλων έργων- θα ήταν να απορροφηθούν αλλού, γνωστοποιώντας τους κινδύνους που επιφέρει η οποιαδήποτε κίνηση αντίστασης των ίδιων όταν έχουν να κάνουν με τρομοκρατικές κρατικές πρακτικές, μολονότι προτεραιότητα θα έχουν πάντα οι αμυνόμενοι σε ανάλογες περιπτώσεις.
Καθώς η άσκηση πίεσης σε περιπτώσεις πολέμου είναι απολύτως θεμιτή όταν στόχος είναι η επίτευξη μιας ειρηνευτικής συνθήκης και ενώ είναι ανέφικτο π.χ. να φύγουν όλοι οι φοιτητές χωρών με επεκτατικές και πολεμικές δράσεις και διαθέσεις από τα πανεπιστήμια παγκοσμίως, αντιλαμβάνεται κάποιος ότι όσο άμεσα αντανακλαστικά οφείλει να έχει κάθε ομάδα απέναντι σε μορφές βίαιης επιβολής τόσο σύνθετες είναι οι συνέπειες που έχει ο ίδιος ο πόλεμος σε επίπεδο πολιτισμού και γνώσης.
Άλλωστε, ο πόλεμος αυτό κάνει, καταστρέφει ό, τι έχει επιτευχθεί καλλιτεχνικά, επιστημονικά και κυρίως ανθρωπιστικά. Αν θέλουμε να κρατήσουμε αυτό θα ήταν η αντικειμενική συνέπεια της εμπόλεμης σύγκρουσης και η ανάγκη να διαφυλάξουμε την τέχνη και την επιστήμη συλλογικά από κάθε άλλο χαρακτήρα, δίνοντας αξία στην προσωπική και κοινή τροχιά του έργου με διαύγεια προθέσεων και ενεργειών.
