του Γιάννη Λεοντάρη
Ο ιδιωτικός τομέας έχει πολλές φορές εκφράζει τόσο τις ελπίδες του για τις θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, αλλά και τη βούλησή του να στηρίξει στην πράξη την πορεία της ώστε να έρθουν αυτές οι καλύτερες ημέρες.
Για παράδειγμα, μόλις πριν από λίγες ημέρες η Wind Ελλάς ανακοίνωσε ότι μέσα στα επόμενα 4 χρόνια θα πραγματοποιήσει στη χώρα μας επενδύσεις άνω του μισού δισ. ευρώ (για την ακρίβεια 570 εκατ. ευρώ) τόσο για τη συντήρηση των υποδομών της, όσο και για την περαιτέρω εξέλιξη του δικτύου της με υπηρεσίες νέας γενιάς. Ποσό που δεν αποκλείεται να ανέβει ακόμα περισσότερο όταν η εταιρεία καταλήξει στο μοντέλο εισαγωγής της στο χώρο της ψηφιακής τηλεόρασης, κάτι που, όπως ανέφερε στους δημοσιογράφους ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της Νάσος Ζαρκαλής, αποτελεί πλέον στρατηγικό στόχο της.
Λίγο καιρό πριν, η Coca Cola 3E είναι ανακοινώσει μια επένδυση ύψους 24 εκατ. ευρώ για την αναβάθμιση του εργοστασίου της στο Σχηματάρι σε mega plan, ενώ ήδη έχει αναθέσει στον ΟΤΕ τη δημιουργία ενός data center στη χώρα μας, το οποίο θα εξυπηρετεί 36.000 εργαζόμενους της εταιρείας σε 28 χώρες. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εταιρεία παρουσίασε επιστημονική μελέτη ανεξάρτητης εταιρείας, σύμφωνα με την οποία το ετήσιο κοινωνικό-οικονομικό αποτύπωμα στην Ελλάδα από τη δραστηριότητα της Coca-Cola Τρία Έψιλον και της The Coca-Cola Company αγγίζει το ένα δισ. ευρώ (για την ακρίβεια 924 εκατ. ευρώ), που αποτελεί το 0,5% του ελληνικού ΑΕΠ.
Οι παραπάνω περιπτώσεις είναι μόνον 2 από τα παραδείγματα έμπρακτης εμπιστοσύνης σημαντικών εκπροσώπων του ιδιωτικού τομέα στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Τί ζητάνε για να επενδύσουν, ή για να συνεχίσουν να επενδύουν οι εταιρείες στην Ελλάδα; Πράγματα που σε άλλες χώρες είναι απολύτως προφανή και δεδομένα: ένα σταθερό οικονομικό και φορολογικό περιβάλλον που δε θα αλλάζει κάθε 3-4 μήνες και όπου οι εταιρείες θα μπορούν έτσι να κάνουν με ασφάλεια τον προγραμματισμό τους και να μην είναι επισφαλείς οι όποιες στρατηγικές κινήσεις τους. Και ορισμένες υπηρεσίες που να λειτουργούν σύγχρονα και χωρίς καθυστερήσεις, ώστε η γραφειοκρατία να μην αποτελεί τροχοπέδη στη επιχειρηματική τους δραστηριότητα.
Τί βλέπουμε από την άλλη πλευρά; Μία κυβέρνηση που από τη μία λέει ότι θέλει τις ξένες επενδύσεις, και από την άλλη κάνει ότι μπορεί για να δημιουργήσει αντικίνητρα σε όσους επενδυτές «κοιτάζουν» προς την Ελλάδα.
Θέλετε παραδείγματα; Εδώ και 20 ημέρες οι πρόσφυγες στην Ειδομένη κρατάνε κλειστή τη σιδηροδρομική γραμμή που συνδέσει την Ελλάδα με την ΠΓΔΜ, στη λειτουργία της οποίας βασίστηκε, εν πολλοίς, η τεράστια επένδυση της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά. Οι ελληνικές Αρχές δεν κάνουν ουσιαστικά τίποτα για να τηρήσουν το νόμο και να κρατήσουν ανοιχτή και λειτουργική τη γραμμή, η ΤΡΑΙΝΟΣΕ πληρώνει κάθε μέρα ποινικές ρήτρες στους Κινέζους, οι πελάτες της Cosco γκρινιάζουν για την καθυστέρηση στις μεταφορές των προϊόντων τους (αφού αυτά διοχετεύονται μέσω Βουλγαρίας) και στο μεγαλύτερο κόστος μεταφοράς (20 – 25% υψηλότερο) που αυτό συνεπάγεται, και φυσικά η εικόνα που βγαίνει προς τα έξω είναι αυτή μιας χώρας που όχι μόνο δεν ενδιαφέρεται να προσελκύσει νέους επενδυτές, αλλά δε σέβεται ούτε και αυτούς που έχουν ήδη επενδύσει. Κατά τα άλλα, η κυβέρνηση προσδοκά έσοδα από την πώληση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ…
Θέλετε και άλλο παράδειγμα; Η κυβέρνηση σκέφτεται να φορολογήσει την πρόσβαση στο διαδίκτυο, που αποτελεί ένα εκ των βασικών μέσω ανάπτυξης κάθε οικονομίας, χωρίς να σκεφτεί πως έτσι πιθανότατα θα χάσει πολύ περισσότερα έσοδα από όσα ενδεχομένως να αποκομίσει.
Διότι αφενός χρήστες και εταιρείες θα μειώσουν (έστω σε ένα βαθμό) τη δραστηριότητά τους που αφορά στην πρόσβαση στο διαδίκτυο, και αφετέρου οι πάροχοι τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (όπως η Wind, που αναφέρθηκε πιο πάνω) ενδεχομένως να «φρενάρουν» (αν όχι να αναστείλουν) μέρος των επενδύσεων τους που αφορούν ακριβώς σε αναβαθμισμένες υπηρεσίες που αφορούν στην πρόσβαση στο διαδίκτυο. Πράγματα που θα αύξαναν τον κύκλο εργασιών τόσο των παρόχων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (άρα και τα φορολογικά έσοδα του κράτους), αλλά θα δημιουργούσαν και μια δευτερογενή προστιθέμενη αξία σε πλήθος άλλων εταιρειών που επηρεάζονται από την πρόσβαση στο διαδίκτυο (όπως οι εταιρείες ηλεκτρονικού εμπορίου), που και αυτές με τη σειρά τους θα μπορούσαν να αυξήσουν το τζίρο τους, άρα να συμβάλλουν και αυτές περισσότερο στα κρατικά έσοδα.
Όταν λοιπόν οι υποψήφιοι (αλλά και οι νυν) επενδυτές αντιμετωπίζουν μία κυβέρνηση που δείχνει πως δεν έχει κανένα ουσιαστικό σχέδιο στην οικονομική της πολιτική και επιδιώκει να «φορτώσει» τα πάντα στους «ανάλγητους δανειστές» αρνούμενη να κάνει ακόμα και αυτονόητες μεταρρυθμίσεις (όπως το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων) για να μη «θίξει» κοινωνικές ομάδες που ενδεχομένως θεωρεί ψηφοφόρους της, τότε γιατί θα πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι για νέες επενδύσεις στη χώρα μας; Όταν οι κυβερνώντες αδυνατούν (ή δε θέλουν) να αντιληφθούν ακόμα και τα βασικά και προφανή;